Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Επιστροφή...

Σας μιλώ εδώ και καιρό για εκείνη. Σας έχω αφήσει να ρίξετε μια κλεφτή στον κόσμο που έπλασε -ένα κόσμο δικό της, ένα κόσμο αλλόκοτο και τρελό. Είναι και κάτι που δε σας είχα πει ποτέ όμως. Και να που έφτασε η ώρα να το μάθετε: το μεγαλύτερο της φόβο.
Είμαι απέναντι της ξανά και την βλέπω. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνει αλλά κάθε φορά μου δημιουργεί όλο και περισσότερες απορίες. Με προβληματίζει. Προσπαθώ να της κλέψω μία λέξη -θέλω να μάθω τι είναι αυτό. Αυτή τη φορά δεν είναι δύσκολο.
Τώρα τελευταία είναι λες και έχει ρίξει κάθε τείχος που είχε για να την προστατεύει από τον πόνο. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα για να χτίσει τείχη. "Τα τείχη είναι για να τα γκρεμίζουμε" έτσι τη θυμάμαι μια ζωή να επιμένει. Ξεροκέφαλη όπως πάντα.
Μπορώ λοιπόν και την βλέπω πεντακάθαρα απόψε, όπως θα αντίκρυζε κανείς τη γυμνή αλήθεια (αν μπορεί κανείς να την αντικρίσει), όπως θ'αντίκριζε κανείς το είδωλό του στον καθρέφτη σε κάτι πολύ προσωπικές και σπάνιες στιγμές. Έτσι την βλέπω. Για άλλη μια φορά με κάτι μάτια πρησμένα κι ολοκόκκινα. Και παρόλο που τα λόγια είναι περιττά εγώ θέλω να μάθω. Όσο απάνθρωπο κι αν είναι να τη βασανίσω κι άλλο εγώ θέλω να μάθω. Θέλω να ακούσω κάθε λέξη να βγαίνει από το στόμα της. Δυνατά. Καθαρά.
Παίρνει μια βαθειά ανάσα κι αρχίζει να μιλά. "Θέλεις να ξέρεις τι φοβάμαι; Φοβάμαι τα πάντα. Μια πολύ πιθανή απάντηση. Φοβάμαι να είμαι ο εαυτός μου γιατί παραδόξως κάθε φορά που προσπαθώ να αφεθώ ελεύθερη καταλήγω να το μετανιώνω. Καταλήγω να νιώθω ένοχη για ό,τι περιέρχεται στη σκέψη μου, για κάθετί που με συγκινεί, που με ταρακουνά, που με κάνει να χάνω τη γη κάτω απ'τα πόδια μου. Και το πιο αστείο απ'όλα είναι ότι δεν ξέρω γιατί. Να λοιπόν γιατί φοβάμαι εκείνα τα ατέλειωτα, τα απέραντα, τα αιωνίως αναπάντητα γιατί! Φοβάμαι τις δυνάμεις μου. Ναι, τις δυνάμεις μου. Πάντα λέω ότι δεν μπόρω να το κάνω και πάντα με κάποιον μαγικό τρόπο το έχω ήδη καταφέρει. Φοβάμαι να πάρω τη ζωή απ'τα μαλλιά και να της δείξω ότι δε θα γίνει το δικό της, να την ταρακουνήσω όπως με ταρακουνά εκείνη, να την αιφνιδιάσω όπως με αιφνιδιάζει εκείνη και πιο πολύ να την εκπλήξω όπως με εκπλήσσει εκείνη. Φοβάμαι να περπατώ μόνη όταν βραδιάζει. Φοβάμαι και νομίζω ότι θα βγει η ψυχή μου κάθε φορά που πρέπει να το κάνω. Θα θελα να 'χα μία συντροφιά, έστω και λίγη κουβεντούλα θα τα έκανε όλα καλύτερα. Φοβάμαι που μεγαλώνω. Είναι δύσκολο να μεγαλώνεις. Και καμιά φορά είναι πολύ πολύ περίεργο και τρομαχτικό. Κι είναι πιο τρομαχτικό που δεν μπορείς να πεις σε κανένα ότι βρίσκεις κάτι τέτοιο τρομαχτικό. Κάθε καινούρια ανακάλυψη είναι χαρά και πόνος μαζί. Καθένα βήμα παραπέρα είναι επικίνδυνο γιατί η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ξέρω τι πρόκειται να βρεθεί στο δρόμο μου -κι η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ξέρει. Μα πιο πολύ από όλα ξέρεις τι φοβάμαι; Φοβάμαι όταν φεύγουν. Όταν φεύγουν χωρίς καν να το καταλάβεις. Αθόρυβα. Απροειδοποίητα. Σιωπηλά. Κι είναι στ'αλήθεια πολύ τρομαχτικό γιατί έτσι δεν ξέρεις ποτέ αν θα έρθουνε πίσω. Κι έτσι μένεις εκεί και τους περιμένεις. Ακόμα κι αν πιστέψεις ότι σταμάτησες, η ζωή κάπως, κάποτε, βρίσκει ένα τρόπο και σου τους θυμίζει. Και αυτός ο τρόπος... Λοιπόν αυτός ο τρόπος της ζωής να σου θυμίζει αυτούς που σου λείπουν λέγεται αγάπη. Κι είν' ό,τι μένει τελικά".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου