Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Σιωπή

Πόσο είναι σπαραχτική ετούτη η σιωπή,
μονάχα δάκρυα μου φέρνει ως τα μάτια!
Γιατί τόσο δισταχτική ειν'η δική σου η φωνή;
ποια τάχα της ψυχής να κρύβεις από εμέ κομμάτια;

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Νανούρισμα

Το μυαλό και το σώμα σου  τρέχουν, κάνουν υπερωρίες, υπερεργάζονται εντατικά. Τα νεύρα του εγκεφάλου σου διεγείρονται, έχεις σχεδόν αρχίσει να τα αισθάνεσαι καθώς δουλεύουν μέσα σου με μανία, σχεδόν βίαια. Τα χτυπήματα είναι αλλεπάλληλα, το ένα διαδέχεται το άλλο. Αγωνίζεσαι να το αποτρέψεις με νύχια και με δόντια. Όχι, όχι πάλι. Όχι ξανά!
Οι εικόνες επιστρέφουν μόνες τους κι είναι ολοκάθαρες. Κατ'ακρίβειαν, δεν υπήρξαν ποτέ τόσο καθαρές όσο τώρα.
Βλέπω...
Βλέπω ένα μωρό μέσα στη βρεφική του κούνια. Βρίσκεται δίπλα από το κρεβάτι των γονιών, από τη μεριά της μητέρας. Το βλέπω ανήσυχο, δεν έχει ύπνο, μου φαίνεται σχεδόν φοβισμένο.
"Χλωμή αδερφούλα η μέρα φτάνει και στα ματάκια σου ύπνος δε φάνη".
Προσπαθείς μάταια να σβήσεις την εικόνα, φτάνει, γιατί τα θυμήθηκες όλα αυτά; Το νανούρισμα όμως συνεχίζει να ηχεί στ'αυτιά σου, γλυκό και μελωδικό, σχεδόν κοντεύει να αγγίξει την ψυχή σου όπως αγγίζει την ψυχούλα του μωρού στην κούνια που τώρα σου φαίνεται πιο ήρεμο. Το φως ξαφνικά λιγοστεύει, η όραση σου σε δυσκολεύει και η εικόνα γίνεται όλο και πιο ψυχρή όλο και πιο απόμακρη.
Επιστροφή στην πραγματικότητα...
Σε βλέπω. Βλέπω ένα χέρι γνώριμο. Και πάνω στο χέρι αυτό, βλέπω ένα άλλο χέρι. Αυτό το δεύτερο χέρι χαϊδεύει απαλά το πρώτο λες και το καθησυχάζει και κάπου εκεί σιμά ακούω μια φωνή.
Μια φωνούλα γλυκιά, συμπονετικιά, μια φωνή που σου τραγουδά "χλωμή αδελφούλα, πια τι με νοιάζει, αχ η ματιά σου πώς σκοτεινιάζει! Τα παγωμένα χέρια σου, Θέ μου, δε σ'είδα τόσο χλωμή ποτέ μου..."
Τώρα πια μπορώ και να νιώσω... Νιώθω τη γαλήνη που έρχεται από μακριά, πολύ μακριά, από την άλλη άκρη της Γης, εκεί που κρύβονται οι Αγγέλοι, εκεί που βρίσκεται ο Παράδεισος που αναζητάς.
Αυτός ο Παράδεισος που μπορείς ν'αγαπάς, ν'αγαπάς χωρίς μια στάλα φόβο... Αυτός ο Παράδεισος που είναι γεμάτος ελπίδα και αποτελείται από κάτι τεράστια και κάτασπρα σύννεφα, τα σύννεφα της γαλήνης που σε τυλίγουν μέσα τους όπως τα ζεστά σεντόνια του κρεβατιού σου. Αυτά τα σεντόνια που πνίγουν τη βροχή και την εξαφανίζουν. Αυτά τα σεντόνια που δεν αφήνουν τίποτα να τα διαπεράσει. Σ'αυτά τα σεντόνια ο πόνος σταματά. Στο δικό σου Παράδεισο τίποτα δεν έχει γίνει. Αύριο θα ξυπνήσεις κι όλα θα βρίσκονται στη θέση που έπρεπε να βρίσκονται.
"Η ζωή είναι ένα τεράστιο θέατρο. Έχει πολλούς-πολλούς ηθοποιούς του καθενός μας η ζωή. Θα κληθείς να δώσεις πολλές παραστάσεις. Μη διστάσεις. Μη φοβηθείς. Κι αν καμιά φορά χάσεις τα λόγια σου, μην απογοητευτείς. Κι αν απογοητεύσεις το κοινό σου, να ξανασηκωθείς. Όσο για τους ηθοποιούς της ζωής σου, ένα να ξέρεις: θα υπάρξουν πολλοί και διάφοροι. Εσύ θα μπορέσεις κάποια στιγμή να τους αξιολογήσεις. Θα μπορέσεις κάποια στιγμή, αφού θα έχουν δοθεί αρκετές παραστάσεις, να διακρίνεις και ξεχωρίσεις. Ποιοι ήταν τ'αστέρια σου, ποιοι ήταν απλοί συνεργάτες και ποιοι είχαν παίξει το ρόλο του κομπάρσου. Κι αν ο ρόλος σου δεν είναι πειστικός, μη σταματάς. Μη σκεφτείς ούτε στιγμή να εγκαταλείψεις τη σκηνή ακόμα κι αν θέλεις να χωθείς βαθιά μέσα στα σεντόνια σου και να κλάψεις. Ακόμα κι αν θέλεις ν'αφήσεις το πρόσωπό σου εκτεθειμένο, χωρίς το προσωπείο που σου βαραίνει την καρδιά, κάθε φορά και όλο και περισσότερο. Κι αν κανείς δε σε πιστεύει κι αν κανείς δε νοιάζεται αρκετά ώστε να σε προσέξει καθώς εκτελείς το ρόλο σου μην τα βάλεις κάτω. Θα δεις που μια μέρα θα λάμψεις. Και θα δεις ότι τότε ίσως το χειροκρότημά τους θα αξίζει όσο στοιχίζει ένα κομμάτι από χαρτί... Ψίχουλα... Ο καθένας βρίσκει κοινό αντάξιο της παράστασης που δίνει. Γι'αυτό κοιμήσου, κοιμήσου κι αύριο είναι μια ολοκαίνουρια ημέρα. Αύριο θα φτιάξουν όλα..."
Άλλη μία λήψη έλαβε το τέλος της. Θολούρα και πάλι... Καθώς ετοιμάζομαι να φύγω ακούω το τελευταίο της τετράστιχο: "μονάχα ο ύπνος δε λέει "θυμήσου", χλωμή αδελφούλα, φέγγει, κοιμήσου..."

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Εκείνη: ένα Φθινόπωρο μετά

Την είδα ψες το βράδυ... Βρισκόταν ακριβώς στο ίδιο μέρος που την είχα αφήσει το περασμένο Φθινόπωρο. Εκείνη δεν με είχε δει. Έτσι το ήθελα, να μη με δει, σαν κάτι να μου έλεγε πως δε με είχε ανάγκη πια. Εντούτοις, ένιωθα πως έπρεπε να βρίσκομαι κάπου εκεί κοντά, έστω και αν δε θα με συναντούσε, ακόμα και αν έκανε τη σκέψη πως θα μπορούσε ποτέ να σβηστούν από το μυαλό μου οι εικόνες που μου εντυπώθηκαν ένα χρόνο πριν.
Ένα χρόνο μετά, λοιπόν, βρισκόμουν εκεί και την παρακολουθούσα.
Το σκηνικό ήταν απαράλλαχτο, λες και ο χρόνος είχε παγώσει για πάντα σ'εκείνη τη νύχτα, σ'εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ που την έβλεπα να κάθεται στην παραλία -σκεφτική, ταλαιπωρημένη, χλωμή, αδύναμη, με δύο μάτια που ζητούσαν απαντήσεις ουρλιάζοντας, δυο μάτια που φοβόμουν να τα βλέπω, γιατί έκρυβαν μια φλόγα που μ'έκαιγε και με τσουρούφλιζε. Θυμήθηκα ξανά πόση ντροπή ένιωθα που δεν μπορούσα να τους αποκριθώ.
Κι όμως, σαν κάτι να με κράταγε δέσμια, μου θύμισε το ραντεβού που δώσαμε -το ραντεβού που είχαμε συμφωνήσει για το ερχόμενο Φθινόπωρο. Όλο τον χρόνο που πέρασα μακριά της δεν έπαψα στιγμή να την σκέφτομαι. Με είχε τρομάξει η τελευταία μας συνάντηση. Τι πεισματάρικο κορίτσι ήταν! Ακόμα θυμάμαι τον αποφασιστικό τόνο στη φωνή της όταν μου δήλωνε πως θα την έβρισκα κάθε Φθινόπωρο κάπου εδώ, τριγύρω, ανάμεσα στα βότσαλα και στο νερό, ανάμεσα στην απεραντοσύνη της γαλάζιας θάλασσας και στο τίποτα που τη στοιχείωνε. 
Θυμάμαι που πάσχιζα να την μεταπείσω, θυμάμαι πόσο απεγνωσμένα προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι στον ανθρώπινο κόσμο δεν υπάρχουν ούτε σκιές, ούτε φεγγαρόλουστα μονοπάτια, ούτε ζεστές φθινοπωρινές νύχτες! Μα τυγχαίνει να θυμάμαι και το βλέμμα της, ήρεμο και γαλήνιο, μετά από όσα είχαν ειπωθεί, μετά από τα καυτά δάκρυα που ξεχύθηκαν από τα βάθη της ψυχής της καθώς μου εκμυστηρευόταν τα πιο σκοτεινά της μυστικά. Δεν την είχα δει ποτέ ξανά έτσι. Γι'αυτό ανησυχούσα. Ανησυχούσα ότι ίσως είχε βγει εκτός τροχιάς, ότι είχε εγκαταλείψει την πραγματικότητα και ότι είχε αρχίσει να ζει στον φανταστικό κόσμο της τρέλας και των ονείρων όπου τα πάντα είναι πιθανά. Μιλούσε με τόση πραότητα λες κι οι εικόνες που μου περιέγραφε ήταν κάποιο βίωμα, κάποια ανάμνηση -τόσο αληθινές έμοιαζαν. Με μια τέτοια εικόνα ήλθα αντιμέτωπη λοιπόν.
Εκείνη... Ένα Φθινόπωρο μετά. Στο ίδιο μέρος όπως τα είχαμε συμφωνήσει πριν αποχαιρετιστούμε. Μου έδωσε μεγάλη χαρά και με συγκίνησε που ήταν πιστή στο ραντεβού της. Από την πρώτη κιόλας ματιά που της έριξα μπόρεσα να διακρίνω πόσο είχε αλλάξει.
Η αλλαγή της δεν είχε καμία σχέση με την εμφάνισή της. Αυτό που είχε αλλάξει ήταν ο τρόπος που κινείτο, η αίσθηση που άφηνε στον αιθέρα κάθε φορά που έκανε ένα βήμα για να περπατήσει, κάτι στην ατμόσφαιρα -η ενέργεια που εξέπεμπε, πώς να το πω; Αποφάσισα να μετακινηθώ λίγο για να μπορέσω πιο προσεχτικά να την παρατηρήσω. Πόσο λαμπερό μου φάνηκε το άλλοτε υποτονικό της πρόσωπο! Και πόσο πιο χαλαρές ήταν οι εκφράσεις του. Αν δε τη γνώριζα τόσο καλά θα 'βαζα όρκο πως επρόκειτο για  κάποιο λάθος. Μα το Θεό, θα ορκιζόμουν πως είχε στείλει κάποιαν άλλη στη θέση της για να με δει! Είχαν ήδη περάσει δεκαπέντε λεπτά από την ώρα που είχαμε ορίσει για να συναντηθούμε αλλά δεν υπήρχε κανένα σημάδι ανησυχίας στο πρόσωπό της. Μήπως μ'είχε ξεχάσει ολότελα; Για μια στιγμή σκέφτηκα να κάνω εμφανή την παρουσία μου, αλλά προσπάθησα να συγκρατήσω τον ανυπόμονό μου εαυτό γι'ακόμη λίγο.
Περίμενα λοιπόν μέχρι που αντίκρισα την ίδια εκείνη εικόνα που μου περιέγραφε το περασμένο Φθινόπωρο. Και τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Το πρόσωπο... Δεν ήταν θολό πια. Το είδα με τα μάτια μου. Τον είδα να φτάνει από μακριά και να σιμώνει ολοένα και περισσότερο. Τι παράξενη ομορφιά που είχε... Λες κι είχε ξεπηδήσει από κάποιο παραμύθι, όπως ο Πρίγκιπας πάνω στο άσπρο άλογο. Κι ερχόταν κοντά της. Καθώς πλησίαζε διαπίστωνα ότι είχε ακριβώς την ίδια έκφραση με τη δικιά της. Ένα πλατύ χαμόγελο ήταν απλωμένο στα λεπτά του χείλη, λες κι είχε σχεδιαστεί απ'τον καλύτερο ζωγράφο. Και τότε σιγουρεύτηκα.
Καθώς έβλεπα την εικόνα να ολοκληρώνεται μπροστά στα μάτια μου, τα λόγια της "έπαιζαν" στο μυαλό μου -ξανά και ξανά- και τ'άκουγα δυνατά και καθαρά, όπως μου τα είχε προφέρει κάποτε η ίδια: "Επιθυμώ να πορευθώ μαζί με τη σκιά και όχι ν'αγωνίζομαι να τη φτάσω. Μα ούτε και να μένει πίσω θα ήθελα". Και όσο συνέχιζα να παρατηρώ, όλο και πιο πολύ επαληθεύονταν τα λόγια της -όλα ταίριαζαν κι ήταν ακριβώς όπως μου τα είχε περιγράψει άλλοτε -άραγε εκείνη γνώριζε; Καθόμουν και τους χάζευα για ώρες. Και μες τα μάτια μου δεν υπήρχε άλλο τίποτε εκτός από το είδωλο δύο σκιών. Έβλεπα δυο σκιές που πορεύονταν παράλληλα, δυο σκιές που κατευθύνονταν προς το φεγγαρόλουστο μονοπάτι πιασμένες χέρι-χέρι. Δυο σκιές που περπατούσαν πλάϊ στα κύματα σαν ίση προς ίση -χωρίς στολίδια, χωρίς ψέματα, χωρίς ενδοιασμούς. Μονάχα με δυο ζευγάρια μάτια που τα φώτιζε το φως της σελήνης. Δυο ζευγάρια μάτια που κοίταζαν βαθιά μέσα στην ψυχή και διάβαζαν ολοκάθαρα την αλήθεια -και την ομολογούσαν. Εκείνη την ίδια αλήθεια που την πονούσε, εκείνη την ίδια αλήθεια που έπρεπε να μπει σε προτάσεις και να γίνει καπνός και να εξαφανιστεί, γιατί μόνο έτσι θα έπαιρνε μια χαρούμενη τροπή το παραμύθι της ζωής της.
Την είδα ψες το βράδυ και σας το ομολογώ: τη ζήλεψα. Κι αν μου λείπει, ελπίζω ότι δε με ξέχασε. Κι αν μου λείπει, εύχομαι να της είμαι αχρείαστη. Μονάχα να την χαζεύω από μακριά και να γράφω για τις περιπέτειές της, μονάχα αυτό θέλω.
Την είδα ψες το βράδυ, εκείνη, ένα Φθινόπωρο μετά...
Υ.Γ. Love was their resistance.