Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Το σπίτι με τον αριθμό 18.


Περιφερόταν για ώρα πολλή μέσα στην πόλη. Είχαν περάσει αρκετά λεπτά από τότε που απομακρύνθηκε από το κέντρο. Τώρα πια, την είχαν απορροφήσει τα στενά σοκάκια. Ήταν μια ύπαρξη. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Ένα σώμα ήταν, που περιπλανιόταν εδώ και ώρα έξω στους κρύους δρόμους μια χειμωνιάτικη νύχτα της Κυριακής. Η αλήθεια είναι ότι ένιωθε φόβο. Τη φόβιζε που περπατούσε μόνη. Ο μόνος ήχος που ηχούσε στ'αυτιά της ήταν εκείνος της ανάσας της. Πιο πολύ, όμως, τη φόβιζε που περπατούσε χωρίς λόγο και αιτία, τη φόβιζε που περπατούσε ασταμάτητα, τη φόβιζε που δεν ήξερε πού πήγαινε και που όσο προχωρούσε όλο και περισσότερο χανόταν μες τα στενά. Η ανάσα της γινόταν πιο γρήγορη και η καρδιά της, που είχε μουδιάσει για λίγο, ξαφνικά, άρχισε να χτυπά δυνατά και να της θυμίζει ότι ήταν ζωντανή ακόμη, ότι έπρεπε να βρει λόγους και αιτίες και προορισμό.
Τώρα, περνούσε έξω από μια γειτονιά, μάλλον εγκαταλελειμμένη θα'λεγε κανείς. Μονάχα μια μικρή λέσχη βρισκόταν εκεί με δυο-τρεις τύπους που τα έπιναν. Προχώρησε λοιπόν λίγο πιο κάτω και έμεινε να χαζεύει ένα ανώγειο σπιτάκι. Ήτανε βαμμένο πράσινο και είχε πανέμορφα παντζούρια και μερικές γλάστρες-άδειες-που πρόδιδαν και τη δική του μοναξιά. Παρ'όλα αυτά, εξακολουθούσε να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα σπιτάκια που υπήρχαν στο σοκάκι. Ήτανε τόσο γραφικό και μικροσκοπικό, λες και σε προσκαλούσε, εξέπεμπε μια ενέργεια ανεξήγητη κι αταίριαστη, που ο καθένας που θα το παρατηρούσε θα υποψιαζόταν πως ήταν δημιούργημα της φαντασίας του και όχι κατάλοιπο κάποιας περασμένης εποχής.
Θα'χανε περάσει τουλάχιστον είκοσι λεπτά από την ώρα που σταμάτησε, οπότε και βγήκε ένας καραφλός κύριος έξω από τη λέσχη και άρχισε να κόβει βόλτες πάνω κάτω για να κάνει αισθητή την παρουσία του. Όταν τον αντιλήφθηκε, ένιωσε τα πόδια της ξανά πάνω στη γη τα οποία μεμιάς ενεργοποιήθηκαν και συνέχισαν το μοναχικό τους δρόμο...
Έκανε πολύ κρύο-γι'αυτό εξάλλου ήταν τόσο άδειοι οι δρόμοι-μα δεν την ένοιαζε...
Κρατούσε στο μυαλό της την όμορφη εικόνα του ανωγείου κι έτσι ξεχνιόταν. Αποφάσισε να ρίξει μια ματιά στο ρολόϊ της. Δώδεκα και κάτι... Είχε περάσει η ώρα κι έπρεπε να τρέξει, να φύγει μακριά, να γλιτώσει από το χρόνο. Τρύπωσε βιαστικά σ'ένα άλλο σοκάκι. Προσπαθούσε απεγνωσμένα ν'αλλάξει κατεύθυνση. Ευχόταν να μπορούσε να βρει ένα άλλο πράσινο σπιτάκι και να'μπαινε μέσα και να το εξερευνούσε και να'νιωθε τη ζεστασιά του. Όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα της, όμως, τα σπίτια ήταν αφιλόξενα, εγκαταλελειμμένα κι οι αυλές τους βρώμικες κι απεριποίητες. Και τότε το είδε. Είδε το μεγαλύτερο της εφιάλτη να ζωντανεύει μπροστά στα μάτια της. Το σπίτι με τον αριθμό 18. Ήταν εκεί, απέναντι της και μεγάλωνε και ζύγωνε όλο και πιο κοντά της. Την προσκαλούσε κι αυτό, μόνο που δεν ήθελε να μπει μέσα. Δεν ήθελε, γιατί ήταν ένα σπίτι τεράστιο και παγερό, απρόσωπο και δίχως φινέτσα. Ήταν γεμάτο από στοιχειά, από τα οποία μόνο οι δυνατοί και οι πονηροί μπορούσαν να γλιτώσουν γιατί ήξεραν πώς να συνδιαλλαχτούν μαζί τους. Στο σπίτι εκείνο, δε χρησίμευε καμία καλοσύνη, δε χωρούσε κανένα λάθος, γιατί τα στοιχειά ήταν πολλά κι επιβάλλονταν κι επικρατούσαν. Οι πανύψηλες του πόρτες και τα ευρύχωρα του δωμάτια σε ξεγελούσαν, σε γέμιζαν με όνειρα κι ελπίδες και πάνω που πήγαινες να ξαπλώσεις στα κρεβάτια που ήταν στρωμένα με τ'ακριβότερα σεντόνια, έρχονταν, έμπαιναν από παντού, στοιχειά πεινασμένα, στοιχειά που περίμεναν τέτοια "κελεπούρια" για να τους ρουφήξουν τη χαρά, την αισιοδοξία ακόμη και το αίμα! Ήταν ένα σπίτι που τόσο παραπλανητικά της έδινε την αίσθηση της ελευθερίας, ενώ ήξερε ότι έπρεπε να "πληρώσει" ένα τεράστιο αντίτιμο για να την αποκτήσει. Ήξερε ότι η ελευθερία δε χωρούσε σε κανένα σπίτι-μικρό ή μεγάλο- , ήξερε ότι αναζητούσε και ζητούσε πολλά περισσότερα απ'εκείνο το σπίτι, ήξερε ότι δεν ήθελε να υπηρετεί  τα στοιχειά για την υπόλοιπη της ζωή, ήξερε ότι αν έμπαινε μέσα δε θα έβγαινε ζωντανή, ήξερε ότι ήθελε να τρέξει και να χαθεί ξανά μέσα στην πόλη, κι ας μην είχε προορισμό, κι ας ήταν πυκνό τώρα το σκοτάδι-θα φώτιζε το δρόμο της το φεγγάρι-. Ήξερε, ήξερε, τίποτα δεν ήξερε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου