Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

«Δύο χέρια κρύα...»


Καθότανε για ώρες πολλές απέναντι από το τζάκι... Τα μάγουλα της είχανε γίνει πια ροδοκόκκινα κι όλως περιέργως τα χέρια της παρέμεναν κρύα παρ'όλο που πηγαινοερχόταν συχνά μέσα στο δωμάτιο βάζοντας τα πάνω απ'την φωτιά. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και έμενε εκεί. Ασάλευτη, ακίνητη, αμίλητη.
Πάντα με το μικρό της ημερόλογιο στο χέρι και το στυλό κάπου χαμένο ανάμεσα στις γεμάτες σελίδες-σελίδες που σαν άγγιζες επάνω τους μπορούσες εύκολα να καταλάβεις με πόσο πάθος έγραφε, πόσο πολύ εννοούσε τις λέξεις εκείνες, πόσο τις πίστευε-. Άλλοτε έβλεπες γράμματα βιαστικά και ανήσυχα, άλλοτε ολόκληρες προτάσεις με κεφαλαία που ξεφώνιζαν κάτι, και συνέχεια σκόρπιες ημερομηνίες και σ'ορισμένα σημεία την ώρα.
Τώρα, έτσι βουβή που ήταν, η ώρα δεν υπήρχε. Υπήρχε μόνο η φωτιά, το ημερολόγιο και τα κρύα της χέρια.
Κι ένα δίλημμα στη μέση: Να το 'ριχνε μια για πάντα μέσα; Να απαλλασόταν επιτέλους; Να 'ταν άραγε 'κεινη νύχτα μια λύτρωση; Λύτρωση θα 'τανε όμως; Θαρρώ, πως και να το 'ριχνε μέσα, τίποτα δε θα σβηνότανε... Τίποτα δε θα χανότανε... Όσα κομμάτια χαρτί κι αν έκαιγε, ακόμη κι αν ξεφορτωνόταν όλα της τα στυλό θα συνέχιζε να γράφει. Θα 'γραφε με το δάκρυ της, θα δίνε ακόμη και το αίμα της για να γράφει ακατάπαυστα! Με τίποτα δε θα σταματούσε να γράφει και να περιγράφει. Για τον κόσμο που θαύμαζε, τον κόσμο που αγαπούσε, ένα κόσμο που την εξέπληττε-πότε ευχάριστα, πότε δυσάρεστα- τον κόσμο εκείνο το μικρό όπου, όλα ήταν γνώριμα κι άλλοτε τόσο παραδόξως άπιαστα και δυσνόητα και διφορούμενα. Και πώς να ρίχνε τα χαρτιά μες τη φωτιά που έκαιγε;
Μια φωτιά που τόσο έντονα της θύμιζε το βλέμμα του. Ολοζώντανο, φλογερό, επιβλητικό! Έκανε μια κίνηση εμπρός και μεμιάς τον έβλεπε να απεικονίζεται στο κιτρινοκόκκινο χρώμα της φωτιάς. Τον έβλεπε να της μιλά και να της δίνει κουράγιο κι άλλοτε να κουνά το κεφάλι του καταφατικά λες και συμφωνούσε μαζί της, λες και την ένιωθε, λες κι είχε περάσει κι αυτός τα ίδια. Λες και νοιαζόταν, λες και διαισθανόταν τη θέρμη της, την επιθυμία της να ζήσει και να μάθει, δίπλα του, κοντά του, μαζί του.. Ήτανε λοιπόν "ο λόγος της ενάντια στο δικό του" 'κεινη τη στιγμή. Σα να της έλεγε "μη" και 'κεινο το "μη" αν και ήτανε μια λέξη τόσο δα μικρούλα της αρκούσε.
Ασυναίσθητα άνοιξε την παλάμη του ενός χεριού της και την μελέτησε προσεχτικά. Έπειτα, άνοιξε το ημερολόγιο κι ανάτρεξε σε μια γνώριμη σελίδα. Διάβασε ένα στιχάκι χαμηλόφωνα: "Δυο χέρια κρύα καρτερικά θα προσμένουν". Ως πόσο; Ως πόσο θα έμενε άδεια η παλάμη της; Θα γέμιζε άραγε ποτέ από τη ζεστασιά της δικής του; Θα 'ρχοταν άραγε ποτέ 'κεινη η πολυπόθητη ώρα που θα τον έβλεπε ν'αναγεννιέται από τις στάχτες, παίρνοντας σάρκα και οστά; Το ήθελε, το ήθελε πολύ, ήτανε επιτακτική η ανάγκη-δεν πήγαινε άλλο η κατάσταση με τα κρύα χέρια, κάτι έπρεπε να γίνει και γι'αυτό...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου