Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Ανεξήγητα.

Λάθος δρόμος;

Έσβησε τα φώτα και ξάπλωσε στο κρεβάτι χωρίς καν να μπει στον κόπο να βγάλει τα ρούχα που φορούσε. Έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά της και δυνάμωσε την ένταση της μουσικής στο μέγιστο. Προσπαθούσε, απεγνωσμένα, ν'αποσυντονίσει τον εαυτό της, να ξεφύγει από τα πλαίσια του παρόντος και να μεταφερθεί σ'ενα φανταστικό χρόνο. Ένιωθε ότι από λεπτό σε λεπτό θα έσπαγε το μυαλό της και ότι θα ορθώνονταν μπροστά της ένα προς ένα τα συντρίμια του. Δυστυχώς, ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ελέγξει. Αφού πάλεψε για μερικά λεπτά ακόμη με τον εαυτό της, κατάφερε να κλείσει τα βλέφαρα των ματιών της. Μάταια όμως...
Η μορφή του συνέχιζε να διαγράφεται τέλεια στο μυαλό της. Της είχε πλέον εντυπωθεί τόσο καλά, που ήξερε πως θα της ήταν δύσκολο να ξεχάσει το πρόσωπο εκείνο. Η αλήθεια είναι, πως κάτι την φόβιζε. Ίσως γιατί δεν είχε ξαναδεί κάτι ανάλογο.
Εντούτοις, της φαινόταν πολύ ιδιαίτερο και ενδιαφέρον. Ίσως γιατί ήταν ένα πρόσωπο αρκετά "σκληρό", επιβλητικό. Της μετέδιδε μια αγριάδα. Παρ'όλα αυτά δεν μπορούσε να βρει κανένα αποκρουστικό στοιχείο στο πρόσωπο εκείνο. Κι όμως, θα έπρεπε, γιατί υπήρχε κάπου βαθειά μέσα της κρυμμένο το αίσθημα του φόβου, σαν να ήθελε να την αποτραβήξει από κάτι. Κι όσο άγριος και μη εξημερωμένος** κι αν της φαινόταν, η μορφή έμενε χαραγμένη στο μυαλό της και συνέχιζε να την κυριεύει. Κι όλα αυτά δεν έλεγαν να δέσουν με το φόβο. Αντίθετα, όσο έκανε αναδρομή στα λίγα λεπτά που της είχε χαρίσει, ένιωθε όλο και πιο πολύ μια αύρα γλυκιά να την αγκαλιάζει και τελικά να σβήνει την τραχιά του όψη και να της προσδίδει χάρη.
Κυριολεκτικά έδινε μάχη με τον εαυτό της! Από τη μια η γλυκύτητα και από την άλλη ο φόβος. Φόβος γιατί δεν ήξερε ποιος ήταν. Και αγωνία... Γιατί ήθελε να μάθει! Ήθελε να ρωτήσει και να ερωτηθεί, να πάρει και να δώσει απαντήσεις, ήθελε να γίνει διάλογος. Ήθελε να μάθει περισσότερα. Της είχε κινήσει το ενδιαφέρον ο δικός του κόσμος, οι δικές του ιδέες. Την ενθουσίαζε. Και την φόβιζε συνάμα. Ένιωθε ότι επιχειρούσε να μπει σε βαθιά μονοπάτια. Ίσως ήταν αρκετά ρηχή. Δεν πίστευε στ'αλήθεια ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν να καλύψει τόση απόσταση. Ήταν απίστευτα μεγάλη. Ακόμη, την άγχωνε η ιδέα ότι γινόταν φορτική, γιατί ελάχιστα μπορούσε να προσφέρει. Κι όμως, ένιωθε ότι ήθελε να προσφέρει, όχι χάρην της "ανταλλαγής", αλλά, ίσως γιατί θα την ευχαριστούσε αυτό. Ίσως την ευθύνη να την είχε εκείνη η καταραμένη η φωνούλα που ονόμαζε ένστικτο. Δεν κινείτο βάση σχεδίου και αυτό τη φόβιζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Δεν της άρεσε που η ικανότητα της να ελέγξει τις αυθόρμητες τις αντιδράσεις είχε αρχίσει να μειώνεται. Κι υπήρχαν κι άλλα τόσα... Ίσως το περιβάλλον, που απαιτούσε να μπαίνουν όρια, ίσως η θέση της που την υποβίβαζε. Δεν ένιωθε ελεύθερα, πίστευε όμως ότι θα μπορούσε να νιώσει.
Ξαπλωμένη ακόμη στο κρεβάτι, έτρεμε σύγκορμη. Δεν ήξερε πώς να το χειριστεί. Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι της έδινε μια ώθηση ανεξήγητη η μορφή εκείνη -και ήθελε να κρατηθεί κοντά της...

**Η Αλεπού κοίταξε το Μικρό Πρίγκιπα, για πολύ ώρα.
-Σε παρακαλώ εξημέρωσέ με! είπε.
-Το θέλω, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Έχω να ανακαλύψω φίλους και πολλά πράγματα να γνωρίσω.
-Γνωρίζουμε μονάχα τα πράγματα που εξημερώνουμε, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίζουν τίποτα. Τ’αγοράζουν όλα έτοιμα απ’τους εμπόρους. Επειδή όμως δεν υπάρχουν έμποροι που να πουλάν φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσέ με.
-Τι πρέπει να κάνω; Είπε ο μικρός πρίγκιπας.
-Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα καθίσεις κάπως μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού κι εσύ δε θα λες τίποτα. Ο λόγος είναι πηγή παρεξηγήσεων. Κάθε μέρα, όμως, θα μπορείς να κάθεσαι όλο και πιο κοντά… (Απόσπασμα από τον Μικρό Πρίγκιπα του Antoine De Saint-Exupery)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου