Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

«Όσο μπορείς»

Tην είδα και πάλι σήμερα.
Φαινότανε ανήσυχη. Οι κινήσεις στο σώμα της, η έξαρση στην έκφραση του προσώπου της, τα πήγαινε-έλα της, τα πάντα "φώναζαν".
Αν δεν τη γνώριζα τόσο καλά, θα έβαζα με το μυαλό μου και θα ήμουν σίγουρη ότι κάτι αγωνιζόταν να βγει από μέσα της. Μα τυχαίνει να την ξέρω από πρώτο χέρι λες και την ήξερα από πάντα. Κι έτσι, ήμουν από τους λίγους που μπόρεσα να αντιληφθώ τι συνέβαινε.
Η ένταση, η αστάθεια στη φωνή της που εδώ και μέρες δεν έβγαινε με την ίδια ευκολία όπως παλιά, όλα με προβλημάτισαν. Μα πιο πολύ με προβλημάτισε εκείνο το βλέμμα στα μάτια της. Λες και έκανε ένα σωρό υπολογισμούς με τους οποίους δε θα 'βγαζε άκρη. Μα την ξέρω πιο καλά κι ήξερα τι σήμαιναν όλα αυτά.
Ήξερα ότι αυτές τις μέρες δεν περνούσε τίποτα απολύτως από το μυαλό της. Ήξερα πως όταν είχε κάπου στραμμένα τα μάτια της, το μόνο που κοίταζε ήταν το απόλυτο κενό. Δεν είχε τίποτα το αξιόλογο να πει, τίποτα να μοιραστεί και αυτό την έκανε να νιώθει στενάχωρα. Προτίμησε λοιπόν να κλειστεί μες το καβούκι της και να περιμένει μέχρι να περάσει κι αυτό. Αλλά πάντα την ένιωθα. Ένιωθα την αγωνία της, ήταν το μόνο πράγμα που ένιωθε τέτοιες περιόδους σαν κι αυτή.
Αγωνία για όλα γύρω της που άλλαζαν, μα πιο πολύ, αγωνία για εκείνα που άλλαζαν μέσα της. Γιατί όσο αλλότριο ένιωθε τον κόσμο που την περιστοίχιζε, άλλο τόσο ένιωθε και τον εαυτό της. Ξένο... Άγνωστο. Απρόσιτο. Και κάθε φορά ήταν το ίδιο. Κάθε φορά που ερχόταν ένα τέλος αρνιόταν να το δει. Κάθε φορά που κάτι άλλαζε γέμιζε η ψυχή της με φόβο. Κάθε φορά που έπρεπε να αλλάξει πορεία, να βαδίσει σε ένα καινούριο μονοπάτι, κάθε φορά, έτρεμε η ψυχή της. Πάντοτε οι ίδιες σκέψεις τριγυρνούσαν στο μυαλό της: αν έκανε το σωστό, αν έτσι έπρεπε να γίνει, τι θα έκανε έπειτα.
Ήθελε λοιπόν να χαθεί για λίγο. Ήθελε να γίνει αόρατη από όλους και από όλα, ακόμα και από τα φλογερά μάτια που την κοίταζαν -λιγότερο κι αυτά πια-, γιατί ένιωθε λίγη και άνοστη. Ένιωθε απαίσια με την ανημπόρια της: ούτε μια λέξη δεν μπόρεσε να αρθρώσει όπως θα ήθελε. Ένιωθε και πάλι πόσο φτωχά ήταν τα λόγια και πόσο ασήμαντα.
Ήθελε να βυθιστεί στη σιωπή της. Το κατάλαβα από τις λίγες προτάσεις που είπε σήμερα. Δεν ήξερε τίποτα, τα δεδομένα της είχαν όλα σβηστεί. Κι ένιωθε φόβο όντας περικυκλωμένη από ένα σωρό πληροφορίες, από σκόρπιες συζητήσεις που έμεναν μετέωρες, "μες την πολλή συνάφεια του κόσμου*" ένιωθε να πνίγεται... Δεν άνηκε πουθενά, μήτε στον ίδιο της τον εαυτό. Ένιωθε ξένη και αταίριαστη.
Δεν κατάφερα να βρω κάτι αξιόλογο να της πω κι έτσι ελπίζω ότι θα περάσει και αυτό όπως πέρασαν κι άλλα τόσα...

* Όσο μπορείς - Κωνσταντίνος Καβάφης
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου 
όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου