Το μόνο που ξέρω, είναι αυτό που βαθιά μέσα μου ριζώνει...
Μια ανεξάντλητη πηγή ελπίδας. Η γλυκιά προσμονή. Οι θύμησες.
Ποιος είσαι; Ποιος ήσουν, και πού πας; Πώς έφτασες ως εδώ; Ή καλύτερα τι σε οδήγησε μέχρις εδώ; Πρέπει να θυμάσαι. Οι θύμησες.
Τι ονειρεύεσαι; Ποιος είναι ο σκοπός σου και τι απ' όλα πιότερο επιθυμείς; Πρέπει να θυμάσαι. Οι θύμησες.
Ναι, οι θύμησες είναι και τίποτε άλλο. Αυτές σε συντελούν, αυτές σε αποτελούν. Αυτές οι ίδιες είναι το βάρος που ριζώνει μες τα στήθια σου. Αυτές οι ίδιες σου απαντούν κάθε φορά που ρωτάς. "Ποιος είμαι; Ποιος ήμουν", διορθώνεις βιαστικά. Πρέπει να θυμηθείς ποιος ήσουν για να μπορέσεις να καταλάβεις ποιος είσαι. Για να καταλάβεις πως τίποτε δεν έγινε στην τύχη. Σε συν-τελόυν λοιπόν οι θύμησες, το "τέλος" σου υποδεικνύουν, το σκοπό...
Οι θύμησες και τίποτε άλλο. Η μνήμη. Ό,τι σε κρατά ζωντανό. Και μη νομίζετε πως είναι εύκολο να θυμάσαι. Ιδιαίτερα όταν όλα γύρω σου "συνωμοτούν" για το ακριβώς αντίθετο. Ιδιαίτερα όταν γύρω σου ξετυλίγεται ένας ολοκαίνουριος κόσμος. Άλλες φωνές, άλλες κουβέντες, άλλες αντιδράσεις, άλλες εντυπώσεις, άλλες σκέψεις. Κι είναι ωραία όλα αυτά να τα ζεις και να τα δοκιμάζεις, να βουτάς μέσα με τα μούτρα και να τα ανακαλύπτεις, να νιώθεις ένας μικρός εξερευνητής στο ταξίδι της απέραντης και ατελεύτητης γνώσης. Μα στο τέλος της ημέρας, τίποτε άλλο δεν είναι παρά αυτό... Οι θύμησες. Πρέπει να θυμάσαι.
Κανείς δε σε υποχρεώνει, μα έτσι το διάλεξες, έτσι το αποφάσισες, πως πρέπει να θυμάσαι.
Κι είναι ωραίο να θυμάσαι γιατί είναι το μόνο πράγμα που σε συνδέει με το εκάστοτε παρελθόν. Και κάθε καινούριο μέλλον, θέλει και ένα παλιό παρελθόν. Και κάθε παλιό παρελθόν είναι ένα κομμάτι της ζωής σου αλησμόνητο. Γιατί κάθε κομμάτι της ζωής σου είσαι εσύ. Υπάρχει κι η δική σου η ουσία μέσα. Και ως τέτοιο αποκτά μια σημασία. Γιατί σου λέει κάτι, σου θυμίζει κάτι. Κάτι που ίσως και να απαντά ερωτήματα στο τώρα. Ποιος είσαι λοιπόν, ποιος ήσουν...
Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011
"Η πόλις θα σε ακολουθεί..."
"Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ'ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις".
Μόνο που σ'αυτή την περίπτωση η δική μου η πόλις βρίσκεται μίλια μακριά πια -μα συνεχώς στην σκέψη μου περιέρχεται... Σ'αυτή την περίπτωση, θα έπαιρνα με κάθε ευχαρίστηση τους ίδιους δρόμους για την πόλη μου. Έστω και για λίγα λεπτά της ώρας, απλώς για να ξαποστάσω σ'ένα γνώριμο στενό δρομάκι, ή ακόμα να περπατήσω σε μια λεωφόρο ή ακόμα απλώς να σταθώ στη μέση του δικού μου πουθενά και να χαζέψω για λίγο. Κι ας γερνούσα μες το σπιτάκι μου, κι ας άσπριζαν τα μαλλιά μου.
Έτσι κι αλλιώς, πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνω. Γιατί η ζωή μου είναι εκεί. Οι αναμνήσεις μου βρίσκονται όλες θαμμένες εκεί. Κι είναι σκεπασμένες με άγιο χώμα και μέσα από αυτές αναβρύζουν αισθήματα ευγνωμοσύνης και χαράς. Καμία μεταμέλεια. Πόσο θυμάμαι έντονα κάθε στιγμή -ίσως τις τελευταίες περισσότερο. Το χέρι μου που το κράτησες σφιχτά, εσύ που με νοιάζεσαι, το μέτωπο μου που το φίλησες απαλά, εσύ που μ'αγαπάς, το ζεστό χαμόγελο που μου χάρισες, εσύ που είσαι φίλος μου, τα συμβουλευτικά λόγια των γονιών και την ανησυχία στα πρόσωπά τους καθώς έκλειναν οι πύλες. Κι άλλες τόσο ωραίες αναμνήσεις -στιγμές απέραντης ευτυχίας και απρόσμενης χαράς, στιγμές ακόμη και της λύπης -μιας λύπης που ήταν οικεία όμως. Ετούτη εδώ η λύπη είναι αρρώστια, είναι μαρασμός, το σαράκι που μου τρώει τα σωθικά. Πρόκαμα όμως και το είπα: "θα πάγω σ'αλλη γη, θα πάγω σ'αλλη θάλασσα". Και τώρα πρέπει να σταθώ στα πόδια μου και να το υποστηρίξω, να γίνω ένα με το λόγο μου, να γίνω δέσμια του. Πρέπει να αποδείξω στον εαυτό μου πως ίσως και αυτή η πόλις -η τόσο αλλόκοτα ξενική- κάτι θα έχει να μου μάθει, κάτι να μου δώσει ή πιο σωστά αυτό το κάτι πρέπει να βγω εκεί έξω και να το ανακαλύψω...
Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011
Σιωπή
Πόσο είναι σπαραχτική ετούτη η σιωπή,
μονάχα δάκρυα μου φέρνει ως τα μάτια!
Γιατί τόσο δισταχτική ειν'η δική σου η φωνή;
ποια τάχα της ψυχής να κρύβεις από εμέ κομμάτια;
μονάχα δάκρυα μου φέρνει ως τα μάτια!
Γιατί τόσο δισταχτική ειν'η δική σου η φωνή;
ποια τάχα της ψυχής να κρύβεις από εμέ κομμάτια;
Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011
Νανούρισμα
Το μυαλό και το σώμα σου τρέχουν, κάνουν υπερωρίες, υπερεργάζονται
εντατικά. Τα νεύρα του εγκεφάλου σου διεγείρονται, έχεις σχεδόν αρχίσει να τα αισθάνεσαι καθώς δουλεύουν μέσα σου με μανία, σχεδόν βίαια. Τα χτυπήματα είναι αλλεπάλληλα, το ένα διαδέχεται το άλλο. Αγωνίζεσαι να το αποτρέψεις με νύχια και με δόντια. Όχι, όχι πάλι. Όχι ξανά!
Οι εικόνες επιστρέφουν μόνες τους κι είναι ολοκάθαρες. Κατ'ακρίβειαν, δεν υπήρξαν ποτέ τόσο καθαρές όσο τώρα.
Βλέπω...
Βλέπω ένα μωρό μέσα στη βρεφική του κούνια. Βρίσκεται δίπλα από το κρεβάτι των γονιών, από τη μεριά της μητέρας. Το βλέπω ανήσυχο, δεν έχει ύπνο, μου φαίνεται σχεδόν φοβισμένο.
"Χλωμή αδερφούλα η μέρα φτάνει και στα ματάκια σου ύπνος δε φάνη".
Προσπαθείς μάταια να σβήσεις την εικόνα, φτάνει, γιατί τα θυμήθηκες όλα αυτά; Το νανούρισμα όμως συνεχίζει να ηχεί στ'αυτιά σου, γλυκό και μελωδικό, σχεδόν κοντεύει να αγγίξει την ψυχή σου όπως αγγίζει την ψυχούλα του μωρού στην κούνια που τώρα σου φαίνεται πιο ήρεμο. Το φως ξαφνικά λιγοστεύει, η όραση σου σε δυσκολεύει και η εικόνα γίνεται όλο και πιο ψυχρή όλο και πιο απόμακρη.
Επιστροφή στην πραγματικότητα...
Σε βλέπω. Βλέπω ένα χέρι γνώριμο. Και πάνω στο χέρι αυτό, βλέπω ένα άλλο χέρι. Αυτό το δεύτερο χέρι χαϊδεύει απαλά το πρώτο λες και το καθησυχάζει και κάπου εκεί σιμά ακούω μια φωνή.
Μια φωνούλα γλυκιά, συμπονετικιά, μια φωνή που σου τραγουδά "χλωμή αδελφούλα, πια τι με νοιάζει, αχ η ματιά σου πώς σκοτεινιάζει! Τα παγωμένα χέρια σου, Θέ μου, δε σ'είδα τόσο χλωμή ποτέ μου..."
Τώρα πια μπορώ και να νιώσω... Νιώθω τη γαλήνη που έρχεται από μακριά, πολύ μακριά, από την άλλη άκρη της Γης, εκεί που κρύβονται οι Αγγέλοι, εκεί που βρίσκεται ο Παράδεισος που αναζητάς.
Αυτός ο Παράδεισος που μπορείς ν'αγαπάς, ν'αγαπάς χωρίς μια στάλα φόβο... Αυτός ο Παράδεισος που είναι γεμάτος ελπίδα και αποτελείται από κάτι τεράστια και κάτασπρα σύννεφα, τα σύννεφα της γαλήνης που σε τυλίγουν μέσα τους όπως τα ζεστά σεντόνια του κρεβατιού σου. Αυτά τα σεντόνια που πνίγουν τη βροχή και την εξαφανίζουν. Αυτά τα σεντόνια που δεν αφήνουν τίποτα να τα διαπεράσει. Σ'αυτά τα σεντόνια ο πόνος σταματά. Στο δικό σου Παράδεισο τίποτα δεν έχει γίνει. Αύριο θα ξυπνήσεις κι όλα θα βρίσκονται στη θέση που έπρεπε να βρίσκονται.
"Η ζωή είναι ένα τεράστιο θέατρο. Έχει πολλούς-πολλούς ηθοποιούς του καθενός μας η ζωή. Θα κληθείς να δώσεις πολλές παραστάσεις. Μη διστάσεις. Μη φοβηθείς. Κι αν καμιά φορά χάσεις τα λόγια σου, μην απογοητευτείς. Κι αν απογοητεύσεις το κοινό σου, να ξανασηκωθείς. Όσο για τους ηθοποιούς της ζωής σου, ένα να ξέρεις: θα υπάρξουν πολλοί και διάφοροι. Εσύ θα μπορέσεις κάποια στιγμή να τους αξιολογήσεις. Θα μπορέσεις κάποια στιγμή, αφού θα έχουν δοθεί αρκετές παραστάσεις, να διακρίνεις και ξεχωρίσεις. Ποιοι ήταν τ'αστέρια σου, ποιοι ήταν απλοί συνεργάτες και ποιοι είχαν παίξει το ρόλο του κομπάρσου. Κι αν ο ρόλος σου δεν είναι πειστικός, μη σταματάς. Μη σκεφτείς ούτε στιγμή να εγκαταλείψεις τη σκηνή ακόμα κι αν θέλεις να χωθείς βαθιά μέσα στα σεντόνια σου και να κλάψεις. Ακόμα κι αν θέλεις ν'αφήσεις το πρόσωπό σου εκτεθειμένο, χωρίς το προσωπείο που σου βαραίνει την καρδιά, κάθε φορά και όλο και περισσότερο. Κι αν κανείς δε σε πιστεύει κι αν κανείς δε νοιάζεται αρκετά ώστε να σε προσέξει καθώς εκτελείς το ρόλο σου μην τα βάλεις κάτω. Θα δεις που μια μέρα θα λάμψεις. Και θα δεις ότι τότε ίσως το χειροκρότημά τους θα αξίζει όσο στοιχίζει ένα κομμάτι από χαρτί... Ψίχουλα... Ο καθένας βρίσκει κοινό αντάξιο της παράστασης που δίνει. Γι'αυτό κοιμήσου, κοιμήσου κι αύριο είναι μια ολοκαίνουρια ημέρα. Αύριο θα φτιάξουν όλα..."
Άλλη μία λήψη έλαβε το τέλος της. Θολούρα και πάλι... Καθώς ετοιμάζομαι να φύγω ακούω το τελευταίο της τετράστιχο: "μονάχα ο ύπνος δε λέει "θυμήσου", χλωμή αδελφούλα, φέγγει, κοιμήσου..."
Οι εικόνες επιστρέφουν μόνες τους κι είναι ολοκάθαρες. Κατ'ακρίβειαν, δεν υπήρξαν ποτέ τόσο καθαρές όσο τώρα.
Βλέπω...
Βλέπω ένα μωρό μέσα στη βρεφική του κούνια. Βρίσκεται δίπλα από το κρεβάτι των γονιών, από τη μεριά της μητέρας. Το βλέπω ανήσυχο, δεν έχει ύπνο, μου φαίνεται σχεδόν φοβισμένο.
"Χλωμή αδερφούλα η μέρα φτάνει και στα ματάκια σου ύπνος δε φάνη".
Προσπαθείς μάταια να σβήσεις την εικόνα, φτάνει, γιατί τα θυμήθηκες όλα αυτά; Το νανούρισμα όμως συνεχίζει να ηχεί στ'αυτιά σου, γλυκό και μελωδικό, σχεδόν κοντεύει να αγγίξει την ψυχή σου όπως αγγίζει την ψυχούλα του μωρού στην κούνια που τώρα σου φαίνεται πιο ήρεμο. Το φως ξαφνικά λιγοστεύει, η όραση σου σε δυσκολεύει και η εικόνα γίνεται όλο και πιο ψυχρή όλο και πιο απόμακρη.
Επιστροφή στην πραγματικότητα...
Σε βλέπω. Βλέπω ένα χέρι γνώριμο. Και πάνω στο χέρι αυτό, βλέπω ένα άλλο χέρι. Αυτό το δεύτερο χέρι χαϊδεύει απαλά το πρώτο λες και το καθησυχάζει και κάπου εκεί σιμά ακούω μια φωνή.
Μια φωνούλα γλυκιά, συμπονετικιά, μια φωνή που σου τραγουδά "χλωμή αδελφούλα, πια τι με νοιάζει, αχ η ματιά σου πώς σκοτεινιάζει! Τα παγωμένα χέρια σου, Θέ μου, δε σ'είδα τόσο χλωμή ποτέ μου..."
Τώρα πια μπορώ και να νιώσω... Νιώθω τη γαλήνη που έρχεται από μακριά, πολύ μακριά, από την άλλη άκρη της Γης, εκεί που κρύβονται οι Αγγέλοι, εκεί που βρίσκεται ο Παράδεισος που αναζητάς.
Αυτός ο Παράδεισος που μπορείς ν'αγαπάς, ν'αγαπάς χωρίς μια στάλα φόβο... Αυτός ο Παράδεισος που είναι γεμάτος ελπίδα και αποτελείται από κάτι τεράστια και κάτασπρα σύννεφα, τα σύννεφα της γαλήνης που σε τυλίγουν μέσα τους όπως τα ζεστά σεντόνια του κρεβατιού σου. Αυτά τα σεντόνια που πνίγουν τη βροχή και την εξαφανίζουν. Αυτά τα σεντόνια που δεν αφήνουν τίποτα να τα διαπεράσει. Σ'αυτά τα σεντόνια ο πόνος σταματά. Στο δικό σου Παράδεισο τίποτα δεν έχει γίνει. Αύριο θα ξυπνήσεις κι όλα θα βρίσκονται στη θέση που έπρεπε να βρίσκονται.
"Η ζωή είναι ένα τεράστιο θέατρο. Έχει πολλούς-πολλούς ηθοποιούς του καθενός μας η ζωή. Θα κληθείς να δώσεις πολλές παραστάσεις. Μη διστάσεις. Μη φοβηθείς. Κι αν καμιά φορά χάσεις τα λόγια σου, μην απογοητευτείς. Κι αν απογοητεύσεις το κοινό σου, να ξανασηκωθείς. Όσο για τους ηθοποιούς της ζωής σου, ένα να ξέρεις: θα υπάρξουν πολλοί και διάφοροι. Εσύ θα μπορέσεις κάποια στιγμή να τους αξιολογήσεις. Θα μπορέσεις κάποια στιγμή, αφού θα έχουν δοθεί αρκετές παραστάσεις, να διακρίνεις και ξεχωρίσεις. Ποιοι ήταν τ'αστέρια σου, ποιοι ήταν απλοί συνεργάτες και ποιοι είχαν παίξει το ρόλο του κομπάρσου. Κι αν ο ρόλος σου δεν είναι πειστικός, μη σταματάς. Μη σκεφτείς ούτε στιγμή να εγκαταλείψεις τη σκηνή ακόμα κι αν θέλεις να χωθείς βαθιά μέσα στα σεντόνια σου και να κλάψεις. Ακόμα κι αν θέλεις ν'αφήσεις το πρόσωπό σου εκτεθειμένο, χωρίς το προσωπείο που σου βαραίνει την καρδιά, κάθε φορά και όλο και περισσότερο. Κι αν κανείς δε σε πιστεύει κι αν κανείς δε νοιάζεται αρκετά ώστε να σε προσέξει καθώς εκτελείς το ρόλο σου μην τα βάλεις κάτω. Θα δεις που μια μέρα θα λάμψεις. Και θα δεις ότι τότε ίσως το χειροκρότημά τους θα αξίζει όσο στοιχίζει ένα κομμάτι από χαρτί... Ψίχουλα... Ο καθένας βρίσκει κοινό αντάξιο της παράστασης που δίνει. Γι'αυτό κοιμήσου, κοιμήσου κι αύριο είναι μια ολοκαίνουρια ημέρα. Αύριο θα φτιάξουν όλα..."
Άλλη μία λήψη έλαβε το τέλος της. Θολούρα και πάλι... Καθώς ετοιμάζομαι να φύγω ακούω το τελευταίο της τετράστιχο: "μονάχα ο ύπνος δε λέει "θυμήσου", χλωμή αδελφούλα, φέγγει, κοιμήσου..."
Κατηγορίες:
Απογοήτευση,
Ζωή
Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011
Εκείνη: ένα Φθινόπωρο μετά
Την είδα ψες το βράδυ... Βρισκόταν ακριβώς στο ίδιο μέρος που την είχα αφήσει το περασμένο Φθινόπωρο. Εκείνη δεν με είχε δει. Έτσι το ήθελα, να μη με δει, σαν κάτι να μου έλεγε πως δε με είχε ανάγκη πια. Εντούτοις, ένιωθα πως έπρεπε να βρίσκομαι κάπου εκεί κοντά, έστω και αν δε θα με συναντούσε, ακόμα και αν έκανε τη σκέψη πως θα μπορούσε ποτέ να σβηστούν από το μυαλό μου οι εικόνες που μου εντυπώθηκαν ένα χρόνο πριν.
Ένα χρόνο μετά, λοιπόν, βρισκόμουν εκεί και την παρακολουθούσα.
Το σκηνικό ήταν απαράλλαχτο, λες και ο χρόνος είχε παγώσει για πάντα σ'εκείνη τη νύχτα, σ'εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ που την έβλεπα να κάθεται στην παραλία -σκεφτική, ταλαιπωρημένη, χλωμή, αδύναμη, με δύο μάτια που ζητούσαν απαντήσεις ουρλιάζοντας, δυο μάτια που φοβόμουν να τα βλέπω, γιατί έκρυβαν μια φλόγα που μ'έκαιγε και με τσουρούφλιζε. Θυμήθηκα ξανά πόση ντροπή ένιωθα που δεν μπορούσα να τους αποκριθώ.
Κι όμως, σαν κάτι να με κράταγε δέσμια, μου θύμισε το ραντεβού που δώσαμε -το ραντεβού που είχαμε συμφωνήσει για το ερχόμενο Φθινόπωρο. Όλο τον χρόνο που πέρασα μακριά της δεν έπαψα στιγμή να την σκέφτομαι. Με είχε τρομάξει η τελευταία μας συνάντηση. Τι πεισματάρικο κορίτσι ήταν! Ακόμα θυμάμαι τον αποφασιστικό τόνο στη φωνή της όταν μου δήλωνε πως θα την έβρισκα κάθε Φθινόπωρο κάπου εδώ, τριγύρω, ανάμεσα στα βότσαλα και στο νερό, ανάμεσα στην απεραντοσύνη της γαλάζιας θάλασσας και στο τίποτα που τη στοιχείωνε.
Θυμάμαι που πάσχιζα να την μεταπείσω, θυμάμαι πόσο απεγνωσμένα προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι στον ανθρώπινο κόσμο δεν υπάρχουν ούτε σκιές, ούτε φεγγαρόλουστα μονοπάτια, ούτε ζεστές φθινοπωρινές νύχτες! Μα τυγχαίνει να θυμάμαι και το βλέμμα της, ήρεμο και γαλήνιο, μετά από όσα είχαν ειπωθεί, μετά από τα καυτά δάκρυα που ξεχύθηκαν από τα βάθη της ψυχής της καθώς μου εκμυστηρευόταν τα πιο σκοτεινά της μυστικά. Δεν την είχα δει ποτέ ξανά έτσι. Γι'αυτό ανησυχούσα. Ανησυχούσα ότι ίσως είχε βγει εκτός τροχιάς, ότι είχε εγκαταλείψει την πραγματικότητα και ότι είχε αρχίσει να ζει στον φανταστικό κόσμο της τρέλας και των ονείρων όπου τα πάντα είναι πιθανά. Μιλούσε με τόση πραότητα λες κι οι εικόνες που μου περιέγραφε ήταν κάποιο βίωμα, κάποια ανάμνηση -τόσο αληθινές έμοιαζαν. Με μια τέτοια εικόνα ήλθα αντιμέτωπη λοιπόν.
Εκείνη... Ένα Φθινόπωρο μετά. Στο ίδιο μέρος όπως τα είχαμε συμφωνήσει πριν αποχαιρετιστούμε. Μου έδωσε μεγάλη χαρά και με συγκίνησε που ήταν πιστή στο ραντεβού της. Από την πρώτη κιόλας ματιά που της έριξα μπόρεσα να διακρίνω πόσο είχε αλλάξει.
Η αλλαγή της δεν είχε καμία σχέση με την εμφάνισή της. Αυτό που είχε αλλάξει ήταν ο τρόπος που κινείτο, η αίσθηση που άφηνε στον αιθέρα κάθε φορά που έκανε ένα βήμα για να περπατήσει, κάτι στην ατμόσφαιρα -η ενέργεια που εξέπεμπε, πώς να το πω; Αποφάσισα να μετακινηθώ λίγο για να μπορέσω πιο προσεχτικά να την παρατηρήσω. Πόσο λαμπερό μου φάνηκε το άλλοτε υποτονικό της πρόσωπο! Και πόσο πιο χαλαρές ήταν οι εκφράσεις του. Αν δε τη γνώριζα τόσο καλά θα 'βαζα όρκο πως επρόκειτο για κάποιο λάθος. Μα το Θεό, θα ορκιζόμουν πως είχε στείλει κάποιαν άλλη στη θέση της για να με δει! Είχαν ήδη περάσει δεκαπέντε λεπτά από την ώρα που είχαμε ορίσει για να συναντηθούμε αλλά δεν υπήρχε κανένα σημάδι ανησυχίας στο πρόσωπό της. Μήπως μ'είχε ξεχάσει ολότελα; Για μια στιγμή σκέφτηκα να κάνω εμφανή την παρουσία μου, αλλά προσπάθησα να συγκρατήσω τον ανυπόμονό μου εαυτό γι'ακόμη λίγο.
Περίμενα λοιπόν μέχρι που αντίκρισα την ίδια εκείνη εικόνα που μου περιέγραφε το περασμένο Φθινόπωρο. Και τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Το πρόσωπο... Δεν ήταν θολό πια. Το είδα με τα μάτια μου. Τον είδα να φτάνει από μακριά και να σιμώνει ολοένα και περισσότερο. Τι παράξενη ομορφιά που είχε... Λες κι είχε ξεπηδήσει από κάποιο παραμύθι, όπως ο Πρίγκιπας πάνω στο άσπρο άλογο. Κι ερχόταν κοντά της. Καθώς πλησίαζε διαπίστωνα ότι είχε ακριβώς την ίδια έκφραση με τη δικιά της. Ένα πλατύ χαμόγελο ήταν απλωμένο στα λεπτά του χείλη, λες κι είχε σχεδιαστεί απ'τον καλύτερο ζωγράφο. Και τότε σιγουρεύτηκα.
Καθώς έβλεπα την εικόνα να ολοκληρώνεται μπροστά στα μάτια μου, τα λόγια της "έπαιζαν" στο μυαλό μου -ξανά και ξανά- και τ'άκουγα δυνατά και καθαρά, όπως μου τα είχε προφέρει κάποτε η ίδια: "Επιθυμώ να πορευθώ μαζί με τη σκιά και όχι ν'αγωνίζομαι να τη φτάσω. Μα ούτε και να μένει πίσω θα ήθελα". Και όσο συνέχιζα να παρατηρώ, όλο και πιο πολύ επαληθεύονταν τα λόγια της -όλα ταίριαζαν κι ήταν ακριβώς όπως μου τα είχε περιγράψει άλλοτε -άραγε εκείνη γνώριζε; Καθόμουν και τους χάζευα για ώρες. Και μες τα μάτια μου δεν υπήρχε άλλο τίποτε εκτός από το είδωλο δύο σκιών. Έβλεπα δυο σκιές που πορεύονταν παράλληλα, δυο σκιές που κατευθύνονταν προς το φεγγαρόλουστο μονοπάτι πιασμένες χέρι-χέρι. Δυο σκιές που περπατούσαν πλάϊ στα κύματα σαν ίση προς ίση -χωρίς στολίδια, χωρίς ψέματα, χωρίς ενδοιασμούς. Μονάχα με δυο ζευγάρια μάτια που τα φώτιζε το φως της σελήνης. Δυο ζευγάρια μάτια που κοίταζαν βαθιά μέσα στην ψυχή και διάβαζαν ολοκάθαρα την αλήθεια -και την ομολογούσαν. Εκείνη την ίδια αλήθεια που την πονούσε, εκείνη την ίδια αλήθεια που έπρεπε να μπει σε προτάσεις και να γίνει καπνός και να εξαφανιστεί, γιατί μόνο έτσι θα έπαιρνε μια χαρούμενη τροπή το παραμύθι της ζωής της.
Την είδα ψες το βράδυ και σας το ομολογώ: τη ζήλεψα. Κι αν μου λείπει, ελπίζω ότι δε με ξέχασε. Κι αν μου λείπει, εύχομαι να της είμαι αχρείαστη. Μονάχα να την χαζεύω από μακριά και να γράφω για τις περιπέτειές της, μονάχα αυτό θέλω.
Την είδα ψες το βράδυ, εκείνη, ένα Φθινόπωρο μετά...
Υ.Γ. Love was their resistance.
Ένα χρόνο μετά, λοιπόν, βρισκόμουν εκεί και την παρακολουθούσα.
Το σκηνικό ήταν απαράλλαχτο, λες και ο χρόνος είχε παγώσει για πάντα σ'εκείνη τη νύχτα, σ'εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ που την έβλεπα να κάθεται στην παραλία -σκεφτική, ταλαιπωρημένη, χλωμή, αδύναμη, με δύο μάτια που ζητούσαν απαντήσεις ουρλιάζοντας, δυο μάτια που φοβόμουν να τα βλέπω, γιατί έκρυβαν μια φλόγα που μ'έκαιγε και με τσουρούφλιζε. Θυμήθηκα ξανά πόση ντροπή ένιωθα που δεν μπορούσα να τους αποκριθώ.
Κι όμως, σαν κάτι να με κράταγε δέσμια, μου θύμισε το ραντεβού που δώσαμε -το ραντεβού που είχαμε συμφωνήσει για το ερχόμενο Φθινόπωρο. Όλο τον χρόνο που πέρασα μακριά της δεν έπαψα στιγμή να την σκέφτομαι. Με είχε τρομάξει η τελευταία μας συνάντηση. Τι πεισματάρικο κορίτσι ήταν! Ακόμα θυμάμαι τον αποφασιστικό τόνο στη φωνή της όταν μου δήλωνε πως θα την έβρισκα κάθε Φθινόπωρο κάπου εδώ, τριγύρω, ανάμεσα στα βότσαλα και στο νερό, ανάμεσα στην απεραντοσύνη της γαλάζιας θάλασσας και στο τίποτα που τη στοιχείωνε.
Θυμάμαι που πάσχιζα να την μεταπείσω, θυμάμαι πόσο απεγνωσμένα προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι στον ανθρώπινο κόσμο δεν υπάρχουν ούτε σκιές, ούτε φεγγαρόλουστα μονοπάτια, ούτε ζεστές φθινοπωρινές νύχτες! Μα τυγχαίνει να θυμάμαι και το βλέμμα της, ήρεμο και γαλήνιο, μετά από όσα είχαν ειπωθεί, μετά από τα καυτά δάκρυα που ξεχύθηκαν από τα βάθη της ψυχής της καθώς μου εκμυστηρευόταν τα πιο σκοτεινά της μυστικά. Δεν την είχα δει ποτέ ξανά έτσι. Γι'αυτό ανησυχούσα. Ανησυχούσα ότι ίσως είχε βγει εκτός τροχιάς, ότι είχε εγκαταλείψει την πραγματικότητα και ότι είχε αρχίσει να ζει στον φανταστικό κόσμο της τρέλας και των ονείρων όπου τα πάντα είναι πιθανά. Μιλούσε με τόση πραότητα λες κι οι εικόνες που μου περιέγραφε ήταν κάποιο βίωμα, κάποια ανάμνηση -τόσο αληθινές έμοιαζαν. Με μια τέτοια εικόνα ήλθα αντιμέτωπη λοιπόν.
Εκείνη... Ένα Φθινόπωρο μετά. Στο ίδιο μέρος όπως τα είχαμε συμφωνήσει πριν αποχαιρετιστούμε. Μου έδωσε μεγάλη χαρά και με συγκίνησε που ήταν πιστή στο ραντεβού της. Από την πρώτη κιόλας ματιά που της έριξα μπόρεσα να διακρίνω πόσο είχε αλλάξει.
Η αλλαγή της δεν είχε καμία σχέση με την εμφάνισή της. Αυτό που είχε αλλάξει ήταν ο τρόπος που κινείτο, η αίσθηση που άφηνε στον αιθέρα κάθε φορά που έκανε ένα βήμα για να περπατήσει, κάτι στην ατμόσφαιρα -η ενέργεια που εξέπεμπε, πώς να το πω; Αποφάσισα να μετακινηθώ λίγο για να μπορέσω πιο προσεχτικά να την παρατηρήσω. Πόσο λαμπερό μου φάνηκε το άλλοτε υποτονικό της πρόσωπο! Και πόσο πιο χαλαρές ήταν οι εκφράσεις του. Αν δε τη γνώριζα τόσο καλά θα 'βαζα όρκο πως επρόκειτο για κάποιο λάθος. Μα το Θεό, θα ορκιζόμουν πως είχε στείλει κάποιαν άλλη στη θέση της για να με δει! Είχαν ήδη περάσει δεκαπέντε λεπτά από την ώρα που είχαμε ορίσει για να συναντηθούμε αλλά δεν υπήρχε κανένα σημάδι ανησυχίας στο πρόσωπό της. Μήπως μ'είχε ξεχάσει ολότελα; Για μια στιγμή σκέφτηκα να κάνω εμφανή την παρουσία μου, αλλά προσπάθησα να συγκρατήσω τον ανυπόμονό μου εαυτό γι'ακόμη λίγο.
Περίμενα λοιπόν μέχρι που αντίκρισα την ίδια εκείνη εικόνα που μου περιέγραφε το περασμένο Φθινόπωρο. Και τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Το πρόσωπο... Δεν ήταν θολό πια. Το είδα με τα μάτια μου. Τον είδα να φτάνει από μακριά και να σιμώνει ολοένα και περισσότερο. Τι παράξενη ομορφιά που είχε... Λες κι είχε ξεπηδήσει από κάποιο παραμύθι, όπως ο Πρίγκιπας πάνω στο άσπρο άλογο. Κι ερχόταν κοντά της. Καθώς πλησίαζε διαπίστωνα ότι είχε ακριβώς την ίδια έκφραση με τη δικιά της. Ένα πλατύ χαμόγελο ήταν απλωμένο στα λεπτά του χείλη, λες κι είχε σχεδιαστεί απ'τον καλύτερο ζωγράφο. Και τότε σιγουρεύτηκα.
Καθώς έβλεπα την εικόνα να ολοκληρώνεται μπροστά στα μάτια μου, τα λόγια της "έπαιζαν" στο μυαλό μου -ξανά και ξανά- και τ'άκουγα δυνατά και καθαρά, όπως μου τα είχε προφέρει κάποτε η ίδια: "Επιθυμώ να πορευθώ μαζί με τη σκιά και όχι ν'αγωνίζομαι να τη φτάσω. Μα ούτε και να μένει πίσω θα ήθελα". Και όσο συνέχιζα να παρατηρώ, όλο και πιο πολύ επαληθεύονταν τα λόγια της -όλα ταίριαζαν κι ήταν ακριβώς όπως μου τα είχε περιγράψει άλλοτε -άραγε εκείνη γνώριζε; Καθόμουν και τους χάζευα για ώρες. Και μες τα μάτια μου δεν υπήρχε άλλο τίποτε εκτός από το είδωλο δύο σκιών. Έβλεπα δυο σκιές που πορεύονταν παράλληλα, δυο σκιές που κατευθύνονταν προς το φεγγαρόλουστο μονοπάτι πιασμένες χέρι-χέρι. Δυο σκιές που περπατούσαν πλάϊ στα κύματα σαν ίση προς ίση -χωρίς στολίδια, χωρίς ψέματα, χωρίς ενδοιασμούς. Μονάχα με δυο ζευγάρια μάτια που τα φώτιζε το φως της σελήνης. Δυο ζευγάρια μάτια που κοίταζαν βαθιά μέσα στην ψυχή και διάβαζαν ολοκάθαρα την αλήθεια -και την ομολογούσαν. Εκείνη την ίδια αλήθεια που την πονούσε, εκείνη την ίδια αλήθεια που έπρεπε να μπει σε προτάσεις και να γίνει καπνός και να εξαφανιστεί, γιατί μόνο έτσι θα έπαιρνε μια χαρούμενη τροπή το παραμύθι της ζωής της.
Την είδα ψες το βράδυ και σας το ομολογώ: τη ζήλεψα. Κι αν μου λείπει, ελπίζω ότι δε με ξέχασε. Κι αν μου λείπει, εύχομαι να της είμαι αχρείαστη. Μονάχα να την χαζεύω από μακριά και να γράφω για τις περιπέτειές της, μονάχα αυτό θέλω.
Την είδα ψες το βράδυ, εκείνη, ένα Φθινόπωρο μετά...
Υ.Γ. Love was their resistance.
Κατηγορίες:
Αναμνήσεις,
Εκείνη
Τρίτη 30 Αυγούστου 2011
Εσύ
Ποιος είσαι;
Μονάχα αυτή η ερώτηση στριφογυρνούσε μες το μυαλό της. Ξανά και ξανά και ξανά. Όσο κυλούσαν οι μέρες, οι αναμνήσεις ζωντάνευαν, έπαιρναν ξανά πνοή κι έπαιζαν ασταμάτητα σαν φιλμάκι μπροστά στα μάτια της. Πόσο μισούσε τα μυστήρια... Τα άλυτα προβλήματα, τα αναπάντητα ερωτήματα.
Και μες το μυαλό της ηχούσε μόνο μια ερώτηση, "εσύ, ποιος είσαι;"
Σήμερα λέω να παίξουμε ένα καινούριο παιχνίδι, ένα παιχνίδι που δεν παίξαμε ποτέ ξανά.
Σήμερα λέω να παίξουμε το παιχνίδι της αλήθειας.
Εσύ, ποιος είσαι; Ξέρεις;
Λόγια, λόγια, λόγια... Λόγια πολλά, λόγια εκκωφαντικά, λόγια που απλά δεν μπορούσε να ξεχάσει.
Λόγια διφορούμενα. Αυτό εδώ τη βασάνιζε περισσότερο. Τα πολύσημα λόγια του. Λόγια που τα έπαιζε στα δάχτυλά του, λόγια που κατασκεύαζε σε μια γλώσσα που μόνο εκείνος μπορούσε να αποκωδικοποιήσει. Λόγια δίκοπο μαχαίρι. Λόγια σαν εκείνα των ποιητών. Λόγια που της ξάνοιγαν θάλασσες, μα δεν την οδηγούσαν σε κανένα λιμάνι. Λόγια που οδηγούσαν στο αιώνιο πουθενά. Μόνο λόγια.
Λόγια που δεν έγιναν πράξεις. Λόγια που ούτε καν τα θυμάται εκείνος που τα είπε. Λόγια που την πόνεσαν. Λόγια που την έκαναν να δακρύσει. Κι άλλα λόγια... Λόγια που έφεραν την ελπίδα της στο φως και λόγια που κυρίεψαν τη φαντασία της. Λόγια που την ταξίδεψαν σ'άλλους πλανήτες. Λόγια που δεν ξέχνα, λόγια που δεν τα φοβάται, γιατί ξέρει ποια είναι, πάντοτε ήξερε. Εσύ, εσύ που δε μιλάς, εσύ ποιος είσαι;
Μονάχα αυτή η ερώτηση στριφογυρνούσε μες το μυαλό της. Ξανά και ξανά και ξανά. Όσο κυλούσαν οι μέρες, οι αναμνήσεις ζωντάνευαν, έπαιρναν ξανά πνοή κι έπαιζαν ασταμάτητα σαν φιλμάκι μπροστά στα μάτια της. Πόσο μισούσε τα μυστήρια... Τα άλυτα προβλήματα, τα αναπάντητα ερωτήματα.
Και μες το μυαλό της ηχούσε μόνο μια ερώτηση, "εσύ, ποιος είσαι;"
Σήμερα λέω να παίξουμε ένα καινούριο παιχνίδι, ένα παιχνίδι που δεν παίξαμε ποτέ ξανά.
Σήμερα λέω να παίξουμε το παιχνίδι της αλήθειας.
Εσύ, ποιος είσαι; Ξέρεις;
Λόγια, λόγια, λόγια... Λόγια πολλά, λόγια εκκωφαντικά, λόγια που απλά δεν μπορούσε να ξεχάσει.
Λόγια διφορούμενα. Αυτό εδώ τη βασάνιζε περισσότερο. Τα πολύσημα λόγια του. Λόγια που τα έπαιζε στα δάχτυλά του, λόγια που κατασκεύαζε σε μια γλώσσα που μόνο εκείνος μπορούσε να αποκωδικοποιήσει. Λόγια δίκοπο μαχαίρι. Λόγια σαν εκείνα των ποιητών. Λόγια που της ξάνοιγαν θάλασσες, μα δεν την οδηγούσαν σε κανένα λιμάνι. Λόγια που οδηγούσαν στο αιώνιο πουθενά. Μόνο λόγια.
Λόγια που δεν έγιναν πράξεις. Λόγια που ούτε καν τα θυμάται εκείνος που τα είπε. Λόγια που την πόνεσαν. Λόγια που την έκαναν να δακρύσει. Κι άλλα λόγια... Λόγια που έφεραν την ελπίδα της στο φως και λόγια που κυρίεψαν τη φαντασία της. Λόγια που την ταξίδεψαν σ'άλλους πλανήτες. Λόγια που δεν ξέχνα, λόγια που δεν τα φοβάται, γιατί ξέρει ποια είναι, πάντοτε ήξερε. Εσύ, εσύ που δε μιλάς, εσύ ποιος είσαι;
Κατηγορίες:
Απογοήτευση,
Απορία
Κυριακή 14 Αυγούστου 2011
Εν λευκώ
Ένα κενό χαρτί... Αυτό είναι όλο. Και πίσω από αυτό ο ενδιάθετος λόγος. Γιατί κάπου εκεί πίσω και κάπου εκεί μέσα υπάρχουν μυριάδες σκέψεις. Κατ'ακρίβειαν, υπάρχουν μυριάδες λέξεις κι όχι σκέψεις. Λέξεις σκόρπιες κι ασυνάρτητες, λέξεις που τα λένε όλα και λέξεις που δε λένε τίποτα. Λέξεις που σκαλώνουν και κωλύονται. Λέξεις που τις νιώθω, τις ακούω, λέξεις που μου μιλούν και προσπαθούν απεγνωσμένα να βγουν. ΟΧΙ ΤΩΡΑ!
Γιατί;
Διότι τώρα δεν είναι καιρός να μιλήσεις. Αγωνίστηκες τόσο καιρό γι'αυτή την ισορροπία και δε θα την αφήσεις τόσο εύκολα να πάει χαμένη, έτσι; Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως το χαρτί σου θα μένει λευκό -μέχρι πόσο; Όχι γιατί δεν έχεις τίποτα να γράψεις, όχι γιατί τίποτα το σπουδαίο δε συμβαίνει μέσα σ'εκείνο το μυαλό. Είναι που... Ακόμα δεν έφτασες στο τελικό στάδιο. Ακόμα το δουλεύεις. Είναι μια καινούρια αρχή. Θέλει το χρόνο της. Πρέπει να σβηστούν οι παλιές εκφράσεις, οι παλιές λέξεις, τα ονόματα, τα αισθήματα, ο παλιός πόνος. Και σιγά-σιγά θα μπουν άλλες λέξεις -φρέσκες λέξεις- στη θέση τους.
Μια ακόμη απόπειρα για επιστροφή θα μπορούσε να αποβεί μοιραία και το ξέρεις. Αλλά σου λείπουν εκείνες οι γνώριμες λέξεις, εκείνη η ίδια γνώριμη σκέψη. Σου λείπουν τα χέρια σου που έγραφαν βιαστικά μα και αβίαστα την κάθε συλλαβή. Σου λείπει η άνεση. Τώρα ξαφνικά οι κινήσεις έχουν γίνει πιο βαριές... Τώρα ξαφνικά η εύκολη λύση είναι το λευκό χαρτί. Δε δηλώνεις τίποτα! Αλλά διάβολε ποτέ δεν είναι ό,τι δηλώνεις στα χαρτιά! Είναι πάντοτε αυτό που σε τρώει από μέσα... Τίποτε άλλο. Κι αυτό στην παρούσα φάση... Το γνωρίζεις μόνον εσύ.
Κατηγορίες:
Αλλαγή,
Ενδοσκόπηση
Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011
Χρόνος
Ο χρόνος είναι -ίσως- ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια στη ζωή του κάθε ανθρώπου.
Ίσως επειδή... περνά ανύποπτα.
Μάλλον διότι... κυλά και χάνεται σαν αστραπή τη στιγμή που το θέλεις λιγότερο.
Κι όταν εύχεσαι να τελειώσει, αυτός μένει εκεί και σε παγιδεύει και σε αιχμαλωτίζει μέσα σ'ένα χάος, μια θλιβερή και ατέλειωτη αιωνιότητα.
Ο χρόνος είναι άπιαστος -κανείς δεν μπορεί να τον ελέγξει, να τον σταματήσει, να τον (ξανα)ξεκινήσει, να τον πάρει μπροστά ή και να τον φέρει πίσω. Κι ίσως αυτό είναι που τον κάνει τόσο πολύτιμο και πολυπόθητο από όλους. Σχεδόν όλοι τραγουδήσαμε κάποτε γι'αυτόν. Κι άλλες φορές τον καταραστήκαμε κι ευχήθηκαμε να μην υπήρχε ποτέ.
Έχω αρχίσει να δέχομαι ότι ο χρόνος δεν είναι εχθρός μου. Έχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι ο χρόνος -αν και ενιαίος όντας- δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα μικρά και διαφορετικά κομμάτια από τα οποία αποτελείται η ζωή μου, η δική μου κι η δική σου. Ο χρόνος λοιπόν κυλά, είναι συνοδοιπόρος μου... Κι όσο αυτός κυλά, άλλοτε με σέρνει κι άλλοτε με παρασέρνει... Πότε γλυκά και πότε άγρια. Πότε σε θύελλες και μπόρες και πότε σε όμορφες και αξιοσημείωτες στιγμές του.
Καθώς οι μέρες περνούν λοιπόν, μιας και θα φύγω σύντομα και θα αλλάξω χώρο, φροντίζω να ξεθάβω κομμάτια δικά μου αγαπημένα από τον περασμένο χρόνο... Τον... σχετικά περασμένο χρόνο γιατί πάντοτε έτσι είναι μες το δικό μου το μυαλό, σ'αντίθεση με τον χώρο. Το χώρο μπορείς να τον τροποποιήσεις και να τον μεταμορφώσεις κι ακόμη μπορείς να μετατοπίσεις τον εαυτό σου από ένα σημείο του χώρου σε ένα άλλο. Το χρόνο όμως τον κουβαλάς και μέσα σου, τον βλέπεις από τα σημάδια που αφήνει κι απλώς μεγαλώνει κι επεκτείνεται. Ποτέ όμως δε σβήνεται -μονάχα αν το θελήσεις- αλλά κι αυτό νοητά θα γίνει. Πάντα βρίσκει ένα τρόπο να σου θυμίζει την ύπαρξη του -αν το θέλεις κι εσύ. Κι απλώς το μόνο που σου μένει να εύχεσαι είναι ο χρόνος που "ξοδεύτηκε" μέχρι τώρα να μην πήγε χαμένος, γιατί η φορά των δεικτών του ρολογιού δεν αλλάζει όπως δεν αλλάζει τίποτα απ' όσα βίωσες μέχρι αυτό το λεπτό που μιλάμε...
Ίσως επειδή... περνά ανύποπτα.
Μάλλον διότι... κυλά και χάνεται σαν αστραπή τη στιγμή που το θέλεις λιγότερο.
Κι όταν εύχεσαι να τελειώσει, αυτός μένει εκεί και σε παγιδεύει και σε αιχμαλωτίζει μέσα σ'ένα χάος, μια θλιβερή και ατέλειωτη αιωνιότητα.
Ο χρόνος είναι άπιαστος -κανείς δεν μπορεί να τον ελέγξει, να τον σταματήσει, να τον (ξανα)ξεκινήσει, να τον πάρει μπροστά ή και να τον φέρει πίσω. Κι ίσως αυτό είναι που τον κάνει τόσο πολύτιμο και πολυπόθητο από όλους. Σχεδόν όλοι τραγουδήσαμε κάποτε γι'αυτόν. Κι άλλες φορές τον καταραστήκαμε κι ευχήθηκαμε να μην υπήρχε ποτέ.
Έχω αρχίσει να δέχομαι ότι ο χρόνος δεν είναι εχθρός μου. Έχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι ο χρόνος -αν και ενιαίος όντας- δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα μικρά και διαφορετικά κομμάτια από τα οποία αποτελείται η ζωή μου, η δική μου κι η δική σου. Ο χρόνος λοιπόν κυλά, είναι συνοδοιπόρος μου... Κι όσο αυτός κυλά, άλλοτε με σέρνει κι άλλοτε με παρασέρνει... Πότε γλυκά και πότε άγρια. Πότε σε θύελλες και μπόρες και πότε σε όμορφες και αξιοσημείωτες στιγμές του.
Καθώς οι μέρες περνούν λοιπόν, μιας και θα φύγω σύντομα και θα αλλάξω χώρο, φροντίζω να ξεθάβω κομμάτια δικά μου αγαπημένα από τον περασμένο χρόνο... Τον... σχετικά περασμένο χρόνο γιατί πάντοτε έτσι είναι μες το δικό μου το μυαλό, σ'αντίθεση με τον χώρο. Το χώρο μπορείς να τον τροποποιήσεις και να τον μεταμορφώσεις κι ακόμη μπορείς να μετατοπίσεις τον εαυτό σου από ένα σημείο του χώρου σε ένα άλλο. Το χρόνο όμως τον κουβαλάς και μέσα σου, τον βλέπεις από τα σημάδια που αφήνει κι απλώς μεγαλώνει κι επεκτείνεται. Ποτέ όμως δε σβήνεται -μονάχα αν το θελήσεις- αλλά κι αυτό νοητά θα γίνει. Πάντα βρίσκει ένα τρόπο να σου θυμίζει την ύπαρξη του -αν το θέλεις κι εσύ. Κι απλώς το μόνο που σου μένει να εύχεσαι είναι ο χρόνος που "ξοδεύτηκε" μέχρι τώρα να μην πήγε χαμένος, γιατί η φορά των δεικτών του ρολογιού δεν αλλάζει όπως δεν αλλάζει τίποτα απ' όσα βίωσες μέχρι αυτό το λεπτό που μιλάμε...
Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011
Εγώ συλλογίζομαι, εσύ συλλογίζεσαι... ω σαλάτα!
Κάποτε σε μια παλαιότερη ανάρτηση είχα γράψει ότι δύσκολο δεν είναι να γκρεμίσεις, αλλά να χτίσεις... Τυγχάινει λοιπόν να το έχω πολλάκις επιβεβαιωμένο. Είχα επίσης γράψει ότι από τα χειρότερα πράγματα που θα μπορούσε να συμβούν σε μια -οποιαδήποτε- ανθρώπινη σχέση είναι το πότισμα αυτής με δηλητήριο. Τίποτα χειρότερο λοιπόν αγαπητοί αναγνώστες από αυτό. Και τούτο διότι σημαίνει τα εξής δύο πράγματα:
Πρώτον, το δηλητήριο θα πικράνει και τους δύο εμπλεκόμενους (εχτός αν είναι περισσότεροι), πράγμα αυτόν καθ'εαυτόν λυπηρόν.
Αλλά δεύτερον και χείριστον... Εάν το δηλητήριο προέρχεται από τρίτους (συνήθως έτσι και γίνεται) και εισχωρήσει εις τας φλέβας των εμπλεκομένων, σε σημείο που να τους προκαλεί αισθήματα οργής και θυμού, αποδεικνύεται, εν τέλη, ότι οι δυο εμπλεκόμενοι δεν είχαν αρκετήν εμπιστοσύνην ο ένας εις τον άλλον, ώστε να παρεμποδίσουν τέτοια πράξη. Οπότε, περιττό να το ειπούμεν, η σχέσις δηλητηριάζεται ακόμη περισσότερο όταν συμβαίνει μία διαπίστωσις ωσάν και αυτήν.
Σε κατάσταση θυμού και οργής αλλά και έξαρσης του εγωισμού οι εμπλεκόμενοι αρνούνται καθέτως να διαπραγματευτούν. Αν, δε, το αναλύσετε ακόμη περισσότερο θα δείτε ότι όλα τα προηγούμενα ανάγονται στη μέγιστη ανθρώπινη αδυναμία: τη βλακεία. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα και καλύτερα να το συζητήσουμε μίαν άλλη φορά.
Πρώτον, το δηλητήριο θα πικράνει και τους δύο εμπλεκόμενους (εχτός αν είναι περισσότεροι), πράγμα αυτόν καθ'εαυτόν λυπηρόν.
Αλλά δεύτερον και χείριστον... Εάν το δηλητήριο προέρχεται από τρίτους (συνήθως έτσι και γίνεται) και εισχωρήσει εις τας φλέβας των εμπλεκομένων, σε σημείο που να τους προκαλεί αισθήματα οργής και θυμού, αποδεικνύεται, εν τέλη, ότι οι δυο εμπλεκόμενοι δεν είχαν αρκετήν εμπιστοσύνην ο ένας εις τον άλλον, ώστε να παρεμποδίσουν τέτοια πράξη. Οπότε, περιττό να το ειπούμεν, η σχέσις δηλητηριάζεται ακόμη περισσότερο όταν συμβαίνει μία διαπίστωσις ωσάν και αυτήν.
Σε κατάσταση θυμού και οργής αλλά και έξαρσης του εγωισμού οι εμπλεκόμενοι αρνούνται καθέτως να διαπραγματευτούν. Αν, δε, το αναλύσετε ακόμη περισσότερο θα δείτε ότι όλα τα προηγούμενα ανάγονται στη μέγιστη ανθρώπινη αδυναμία: τη βλακεία. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα και καλύτερα να το συζητήσουμε μίαν άλλη φορά.
Τρίτη 2 Αυγούστου 2011
No more (dull) thoughts
"Could you just stop thinking that he would have made you happier?
You know that he wouldn't, he couldn't. Besides, you can never measure happiness and you know that, too. You're a smart girl, aren't you?
He wouldn't have made you happier. He would just make you happy in a different way.
And what about Love? Aww, love. Codswallop! Neither love, nor happiness could ever be measured.
And you just shouldn't compare the way you are loved by each person. Because it so happens that we are all made to feel and love differently.
How do you see Love? What are your expectations? Who's the one you'd perfectly fall for? In other words, what do you need to live in order to say that you once lived and loved someone? Is it something specific? Can you write it down? Can you draw it? Whisper it? Can you imagine it or even have a dream of it?"
Oh, can't you just put a full stop? You, little devil. Stop analysing everything around you. Things have taken their way. Everything has been sorted out, finally. So, please stop thinking. Stop asking me questions. You're not going to get any answers. The silly girl you knew has been and gone. It's high time she changed.
Now she's capable enough to lead a happy life, without you. It's always been you, keeping her busy. Blurring her sight, driving her mad. Enough. Now she's living with a heart, she doesn't need you anymore.
You know that he wouldn't, he couldn't. Besides, you can never measure happiness and you know that, too. You're a smart girl, aren't you?
He wouldn't have made you happier. He would just make you happy in a different way.
And what about Love? Aww, love. Codswallop! Neither love, nor happiness could ever be measured.
And you just shouldn't compare the way you are loved by each person. Because it so happens that we are all made to feel and love differently.
How do you see Love? What are your expectations? Who's the one you'd perfectly fall for? In other words, what do you need to live in order to say that you once lived and loved someone? Is it something specific? Can you write it down? Can you draw it? Whisper it? Can you imagine it or even have a dream of it?"
Oh, can't you just put a full stop? You, little devil. Stop analysing everything around you. Things have taken their way. Everything has been sorted out, finally. So, please stop thinking. Stop asking me questions. You're not going to get any answers. The silly girl you knew has been and gone. It's high time she changed.
Now she's capable enough to lead a happy life, without you. It's always been you, keeping her busy. Blurring her sight, driving her mad. Enough. Now she's living with a heart, she doesn't need you anymore.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)