Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Στον καθρέφτη.


Καθώς περιεργαζόταν το πρόσωπο εκείνο που έβλεπε στον καθρέφτη, μια χιονοθύελλα σκέψεων άρχισε να την κατακλύζει.
"Όσο μεγαλώνω, τόσο με πιέζει ο χρόνος. Μου έχουν λείψει τα χρώματα της ζωής. Οι εποχές που έκαιγε μέσα μου μια φλόγα. Οι απερίσκεπτες μου πράξεις. Α-πε-ρι-σκε-ψί-α. Χωρίς να επικεντρώνομαι στην ασφάλεια και την ορθότητα της λογικής. Χωρίς άλλες στροφές και περιστροφές."
Συνέχισε να βλέπει μέσα στον καθρέφτη και παρόλο που τώρα είχε αρχίσει να παίρνει μια παράξενη τροπή αυτή η εξερεύνηση, συνέχισε να δέχεται το κάλεσμα των σκέψεων. Σκέψεις που ούρλιαζαν, τόσο έντονες ήταν. Εξακολουθούσε να βλέπει μέσα το είδωλο εκείνο και έμενε ψύχραιμη ακόμη.
"Μου έχει λείψει η ανεμελιά και η ξεγνοιασιά. Έχω πεθυμήσει ν'ανεβώ σ'ένα σύννεφο και να ξενυχτήσω εκεί ονειροπολώντας. Μου έχει λείψει το μυστήριο και η αγωνία. Όχι όμως η αναμονή. Αυτή δε μου'χει λείψει καθόλου. Αυτή μ'έχει κατασπαράξει και σιγά σιγά καταφέρνει να μου παίρνει μακρυά ό,τι πιο πολύτιμο έχω."
Ξαφνικά, άρχισε να νιώθει περίεργα. Δεν ήξερε ποιος μιλούσε κι αυτό τη φόβιζε. Μπορούσε να διακρίνει μια αλλιώτικη έκφραση στο πρόσωπο εκείνο ξαφνικά. Της φαινόταν πιο τραχύ και μαζεμένο. Τόσο μαζεμένο που μόνο την ανησυχία και το φόβο μπορούσε να ξεχωρίσει πάνω του. Συνέχισε όμως, να το κοιτά, με απορία τώρα.
"Μου έχει λείψει ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη και μια κουβέντα, ότι "όλα θα πάνε καλά", έστω κι αν δεν είναι η αλήθεια. Αυτά τα ψέματα, μου έχουν λείψει."
Δειλά και αταίριαστα, ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη του προσώπου που τόση ώρα αντίκρυζε. Κάτι θυμήθηκε. Και η φωνή συνέχιζε.
"Μου έχει λείψει το χαμόγελο σου. Εσένα, κι εσένα και 'σενα... Μα, δε μιλώ συγκεκριμένα. Μου λείπει ένα χαμόγελο που θα μ'αναστατώνει και θα με γεμίζει, ένα έξυπνο χαμόγελο που θα λέει πολλά και ταυτόχρονα θα κρύβει πολλά. Ένα χαμόγελο, που θα σημαίνει πολλά περισσότερα από ένα απλό, συνηθισμένο χαμόγελο."
Με την άκρη του ματιού της, τόλμησε να κοιτάξει ξανά στον καθρέφτη. Έβλεπε ανάμεικτες και άχαρες εκφράσεις, αψυχολόγητες. Γι'αυτό συνέχισε να εμπιστεύεται τη φωνή που άρχισε να γίνεται πιο απαλή.
"Μου έχει λείψει επίσης, ο ενθουσιασμός, εκείνος που δεν μπορείς κι ούτε θέλεις να κρύψεις και τα επιδέξια πειράγματα των άλλων για το πόσο χαζή φαίνεται η έκφραση σου. Μου έχουν λείψει τα απρόσμενα ταρακουνήματα, το αίσθημα της Γης να φεύγει κάτω απ'τα πόδια σου και το όμορφο πέσιμο. Το πέσιμο που δε θα σε πονέσει, γιατί, γνωρίζεις ότι βρίσκεται κάποιος εκεί που θα σε σηκώσει με προσοχή και φροντίδα.
Μου έχουν λείψει οι νύχτες πάνω απ'το τηλέφωνο, η γλυκιά προσμονή, η επιγνώση ότι θα χτυπήσει από λεπτό σε λεπτό και θ'ακουστεί μια φωνή γνώριμη από την άλλη γραμμή."
Το πρόσωπο τώρα, της φαινόταν πιο θολό, τα μάτια, πιο συρρικνωμένα.
"Μου έχει λείψει μια τέτοια φωνή. Μια φωνή τόσο χαρακτηριστική, έτσι που να την ξεχώριζα ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλων φωνών σε όποιο μέρος του πλανήτη κι αν βρισκόμουν. Μια φωνή που θα ήμουν "καταδικασμένη" να μην ξεχάσω ποτέ.
Μου έχει λείψει μια αγκαλιά ζεστή, μέσα στην οποία χάνεσαι και χάνεις...την αίσθηση του χρόνου και του τόπου. Σβήνεται κάθε είδους έγνοια, κάθε καημός και αγωνία. Κάθε κακή σκέψη χάνεται, φεύγει μακρυά... Τόσο μακρυά, που μόνο συναισθήματα ευγενικά σ'αγκαλιάζουν."
Αυτά έλεγε μέσα της η φωνή εκείνη. Και Εκείνη ένιωθε τα δάκρυα να κυλούν αργά, βασανιστικά. Όχι εκείνα που τις είχαν θολώσει τα μάτια πριν. Άλλα δάκρυα, πιο καυτά. Ένιωθε και μουδιασμένη, σαν ακρωτηριασμένη, ένιωθε. Σαν κάτι να της ξερίζωσαν από βαθιά μέσα της. Κι έπειτα, η απόλυτη σιωπή να βασιλεύει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου