Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Εκείνος κι Εκείνη (a white demon love song).

"She likes the way he sings white demon love songs in her dreams.."

Καθώς παρατηρούσε τον κόσμο που περνούσε από δίπλα της εκείνη την κρύα νύχτα του χειμώνα, ένιωθε τους χτύπους της καρδιάς της να δυναμώνουν ολοένα και περισσότερο. Η μελωδία που εδώ και ώρα ηχούσε στ'αυτιά της, είχε αρχίσει να της φαίνεται πιο γνώριμη, πιο οικεία, λες και είχε γραφτεί για την ίδια. Και τότε, μέσα στο αχανές κι απέραντο πλήθος, τον είδε. Το βλέμα της έπεσε κατ'ευθείαν στα γεμάτα φλόγα, καφέ του μάτια. Ήταν ένα ζευγάρι μάτια όπως όλα τα υπόλοιπα θα μπορούσε να πει κανείς, κι όμως, κάθε φορά που τα αντίκρυζε μεταφερόταν σ'άλλους κόσμους, σ'άλλα μέρη. Λες και ήθελαν κάτι να της πούνε. Εκείνος, δεν ήθελε όμως. Όχι γιατί ήτανε "κακός" ή γιατί ήθελε να την βασανίζει και να την αφήνει με χίλια-δυο αναπάντητα ερωτήματα, αλλά γιατί ίσως κι ο ίδιος να γνώριζε καλά, ότι δεν ήταν απαραίτητες οι πολλές κουβέντες. Ένα βλέμμα αρκούσε και τα λεπτά που περνούσαν στην απόλυτη σιωπή "έλεγαν" πολλά περισσότερα.
Η μελωδία συνέχισε να την παρασύρει γλυκά κι εκείνος είχε σχεδόν φτάσει κοντά της. Δεν είχε τη δύναμη  να τον φωνάξει με το όνομα του αν και το ήθελε δια καώς. Εκείνος, εντελώς απρόσμενα και αναπάντεχα, την προσπέρασε και περπάτησε με γοργό βήμα για ακόμη λίγο. Προτίμησε όμως, να την πιάσει "εξ'απροόπτου" και αφού το αναλογίστηκε για μερικά δευτερόλεπτα επέστρεψε κοντά της. Η αλήθεια είναι, ότι αυτό, συνήθιζε να το κάνει αρκετά συχνά. Και τα κατάφερνε μια χαρά. Κάθε φορά την εξέπληττε όλο και περισσότερο.
Μέσα από τα καφέ του μάτια, μπορούσε να δει καλύτερα. Ίσως γιατί έβλεπε μια πλευρά δική της σ'αυτά. Ίσως να της ξυπνούσαν το ενοχλητικό "έντομο" της περιέργειας. Γιατί ήθελε να μάθει.
Και μαζί του μάθαινε. Και ανακάλυπτε. Και εξελισσόταν. Κι ένιωθε όμορφα, τόσο όμορφα που είχε διαγράψει τη λέξη "τέλος" από το λεξιλόγιο της. Δεν ήθελε να το δει. Δεν ήθελε να έρθει.
Η μουσική συνέχισε ν'αντηχεί σ'όλο το χώρο. Της έδωσε το χέρι του, μένοντας στη σιωπή ακόμη, κι εκείνη έχωσε το δικό της βαθιά μέσα στο δικό του, παρόλο που τον είχε δει, με την άκρη του ματιού της, ν'ανατριχιάζει -μάλλον θα ήταν διότι ήτανε πολύ κρύα-.
Συνέχισαν να περπατούν στο δρόμο του ονείρου κι αφέθηκαν στο μουσικό πανδαιμόνιο.
Εκείνη ήταν ντυμένη στ'άσπρα κι ένα λεπτό σάλι διαπερνούσε το λαιμό της. Τα μαλλιά της ήταν λυτά και μακριά. Όταν μπήκαν στη μεγάλη και ζεστή αίθουσα της ψιθύρισε απαλά κάτι στ'αυτί και αφού τον άκουσε με προσοχή, άρχισε ν'ανεβαίνει την τεράστια σκάλα που βρισκόταν λίγο πιο πέρα.
Χωρίς ενδοιασμούς, άνοιξε την πόρτα όπως της είχε πει κι ένιωσε σαν να είχε γίνει μικρό παιδί ξανά, τόσο μεγάλος ήταν ο ενθουσιαμός που την κατέλαβε. Εξερεύνησε καλά το δωμάτιο και λίγο πριν κινήσει για να φύγει, πήρε στα χέρια της τα άσπρα γάντια και τα φόρεσε με προσοχή. Σίγουρα δεν ήταν η πριγκίπισσα του παραμυθιού, όμως τη νύχτα εκείνη ζούσε σ'ένα όνειρο που δεν ήθελε να τελειώσει.
Η έκφραση της, μελαγχολική, τα μάτια, σκεπτικά, αλλά γεμάτα ελπίδα.
Το τραγούδι είχε αρχίσει να παίζει ξανά.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, κίνησε για τη μεγάλη αίθουσα και σταμάτησε στο τελευταίο σκαλί, όπου τον αντίκρυσε  για άλλη μια φορά.
Το βλέμμα του, αινιγματικό, σκοτεινό κι όμως, γοητευτικό. Πότε πότε, έσκυβε το κεφάλι του και κοίταζε χάμω, σαν κάτι να τον ανησυχούσε. Μέσα στο πυκνό σκοτάδι, κάτι τον έκανε να λάμπει.Και μαζί του έλαμπε όλη η αίθουσα.
Χαμογελούσε.
Έδωσαν τα χέρια ξανά, λες και ήταν η πιο φυσική κίνηση και προχώρησαν μαζί στο κέντρο του δωματίου. Εκείνος, ίσιωσε το κορμί του και ήταν έτοιμος να χορέψει το πιο ωραίο βαλς της ζωής του. Εκείνη, του χαμογέλασε δειλά. Ο χορός ξεκίνησε κι αν τους έβλεπε κανείς, θα ζήλευε τις μετρημένες τους κινήσεις που ήταν γεμάτες χάρη. Εκείνος, οδηγούσε. Εκείνη, ακολουθούσε.
Συνέχισαν να διαγράφουν κύκλους σ'ολόκληρο το χολ. Πότε μικρούς, πότε μεγαλύτερους, πάντα όμως με την ίδια σταθερότητα. Χόρευαν, χωρίς να ξέρουν το γιατί και το πώς και κυρίως, χωρίς να σκέφτονται το μετά. Χόρευαν, λες κι ο χορός εκείνος θα κρατούσε για πάντα. Αιώνια. Όπως στα παραμύθια.
Η αίσθηση του χρόνου είχε χαθεί τελείως. Όμως, ο φόβος της την έκανε να δακρύσει.
Το είδε το δάκρυ της, όμως το άφησε να κυλήσει και έπειτα, την πήρε και πάλι κοντά του. Της σιγοψιθύρισε κάτι στ'αυτί και την καθησύχασε.
Παρόλα αυτά, όσα κι αν τους ένωναν, άλλα τόσα ήταν εκείνα που τους χώριζαν. Στην αίθουσα εκείνη εντούτοις, βρίσκονταν μόνοι. Η βραδυά ήταν δική τους και ήξεραν ότι είχαν το δικαίωμα να τη ζήσουν. Το μετά είχε σβηστεί τη νύχτα εκείνη.
Συναισθήματα... Ανάμεικτα. Η ζεστασιά όμως, κρατούσε ζωντανές τις καρδιές τους ακόμη, κι εκείνος συνέχισε να την παρακολουθεί με τα μάτια του λες και την προστάτευε από κάτι.
Της ζήτησε, "να διευρύνει τον ορίζοντα της καρδιάς της."
Εκείνη, πανικόβλητη, λες και την τιμωρούσε με το χειρότερο τρόπο, άρχισε να ορκίζεται. Ορκιζόταν ότι δε θα τον πονούσε ποτέ, φτάνει να συνέχιζε να την κρατά στα χέρια του.
Εκείνος, σάστισε. Ήταν αναποφάσιστος. Δίστασε. Αλλά ο πανούργος ο χρόνος δεν του έδωσε περιθώρια να σκεφτεί. Κι έτσι άρχισε να χάνεται. Εκείνη όμως, την είχε πάρει την απόφαση της. Θα έμενε εκεί, μέχρι το τελευταίο βήμα. Κι αν έκανε ένα λάθος, θα συνέχιζε. Θα πήγαινε ενάντια στο χρόνο. Ήθελε δύναμη κι εκείνος είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται πως η δική της είχε εξαντληθεί. Έτρεξε κοντά της κι έκανε μια τελευταία στροφή μαζί της κι έπειτα την κράτησε σφιχτά στα χέρια του, όπου και άφησε την τελευταία της πνοή...

-Εμπνευσμένο από το τραγούδι των "the Killers", "A white demon love song", αλλά κι από 'σένα που συμβάλλεις στη δημιουργικότητά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου