Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Ο ποιητής

«Ο ποιητής – Δημιουργός, δεν είχε ποτέ καμιά σχέση με την «τυφλή μακαριότητα» εκείνων που πίστεψαν χωρίς να τυραννιστούν αναζητώντας την αλήθεια τους. Αναζητώντας την όποια μορφή του απόλυτου, την περιμένει και την τοποθετεί και στον έρωτα. Αλλά κανένα από τα αισθήματά του δεν είναι αιώνιο. Όλα, και τα πιο έντονα και συνταραχτικά έχουν ένα αποκορύφωμα και μια κάμψη. Κι αν δεν τσιγκουνεύεται καθόλου την ομορφιά που’χει μέσα του – για να στολίσει ό,τι αγαπά – δεν λογαριάζει περισσότερο και την οδύνη της καταστροφής. Η ερωτική ζωή του ποιητή είναι η πιο αδιάψευστη αντιγραφή αυτής της μεγάλης ποιήτριας – της Φύσης. Μέσα του τα πράγματα καταλύονται με την ίδια και αμετάκλητη μαθηματική ακρίβεια, που καταστρέφει και η Φύση την ομορφιά και τον πλούτο της στον κύκλο των τεσσάρων της εποχών. Αυτή η ίδια, που οργανώνει θαρρείς, με τόσο κέφι, τόση απλοχεριά και αρμονία τον θρίαμβο της άνοιξης, αυτή η ίδια που λαχταρά και φρικιά μεσ’ στην ολόχρυση, την εκτυφλωτική και χυμώδη ωριμότητα του καλοκαιριού, αυτή και τα μαδά όλα, απλώνοντας τη νεκρή επιφάνεια την ανένδοτη κι αφιλόξενη του χειμώνα, πάνω στη γη. Κι είναι αδύνατον να πιστέψεις σε τέτοιες θανάσιμα νεκρές και παγερές μέρες, πως η γη πλαγιασμένη αγκαλιά με τον θάνατό της φουσκώνει σιωπηλά την ίδια ώρα, θρέφοντας από την ομορφιά που ’θαψε, το καινούριο κάρπισμα στα θερμά σπλάχνα της. Θα ξανακάμει, πάλι, καρπούς κι ανθούς, στάχυα και χρώματα, όλα γνώριμα κι αγαπημένα, γνώριμα, μα ολοκαίνουρια. Ο Ποιητής είναι το ίδιο σπάταλος, άπληστος και καταλυτικός στον έρωτα. Όποια ομορφιά κλείνει μέσα του, όποιο ιδανικό χαραχτηριστικό ή γνώρισμα, το αποδίνει στο πρόσωπο που ερέθισε την αισθαντικότητά του. Κανείς δεν ζει με μεγαλύτερη πίστη και μέθη τον έρωτα του όσο αυτός. Και ξάφνου, χωρίς ούτε ο ίδιος να ξέρει γιατί και πώς, αρχίζει η κατάλυση. Ο μαγικός ιστός, που’χε πλέξει κι είχε στολίσει το ίνδαλμα, αρχίζει να ξυλώνεται αφήνοντας γυμνό κι απροστάτευτο το αγαπημένο πλάσμα. Ο ποιητής μαζεύει με πάθος τον εαυτό του και τον αποτραβά μέσα του. Ποιος πόνος μπορεί να συγκριθεί με τούτη του την απόγνωση, δεν θα μπορούσαμε να το πούμε. Μα ούτε και να φανταστούμε πώς από τη νέκρα και την έσχατη απογοήτεψη θα ξεπηδήσει μια λαχτάρα νιογέννητου για μια καινούρια πίστη κι έναν καινούριο έρωτα. Είναι όμως σίγουρο, πως όση χαρά κι αν του ’δοσε το γέννημα της ψευδαίσθησής του κι όση οδύνη η απώλειά της, ούτε μεγάλωσε, ούτε ελάττωσε την ευαισθησία του. Απλώς, την μαστίγωσε». 
~Λίλη Ζωγράφου

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Άσχημο πράγμα...

Αυτός.
Ω ναι! Εκείνος.
Σε σακατεύει.
Σε κάνει έρμαιο του.
Υποχείριο του μοιάζεις να είσαι!
Να τον απαρνηθείς, δε δύνασαι.
Από άγνωστη κατεύθυνση καταφθάνει.
Οι προθέσεις του, δυστυχώς,
απρόβλεπτες.
Καλώς ή κακώς, έρχεται πάντως.
Έρχεται και πώς να φύγει;
Πώς να τον βγάλεις απ'της καρδιάς τα βάθη;
"Ψυχή είναι-δε βγαίνει!"
Ανήμερα τα συναισθήματα ξαφνικά.
Αδάμαστα.
Κι ύστερα ο ζαβολιάρης σου προσφέρει.
Το χαμόγελο,
την κατάφαση στο βλοσυρό βλέμμα.
Πώς ν'αντισταθείς;
Τις σκέψεις ποιος ορίζει, ποιος ελέγχει την καρδιά;
Αυτός θαρρώ, μόνον αυτός.
Άσχημο πράγμα, πολύ άσχημο
κι ας ομορφαίνουν τα πάντα γύρω σου.
Βάρος σου γίνεται αν δεν μπορείς να  το πεις,
να το γράψεις,
έξω να βγεις να το διαλαλήσεις!
18.1.2011

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Εκείνος κι Εκείνη (a white demon love song).

"She likes the way he sings white demon love songs in her dreams.."

Καθώς παρατηρούσε τον κόσμο που περνούσε από δίπλα της εκείνη την κρύα νύχτα του χειμώνα, ένιωθε τους χτύπους της καρδιάς της να δυναμώνουν ολοένα και περισσότερο. Η μελωδία που εδώ και ώρα ηχούσε στ'αυτιά της, είχε αρχίσει να της φαίνεται πιο γνώριμη, πιο οικεία, λες και είχε γραφτεί για την ίδια. Και τότε, μέσα στο αχανές κι απέραντο πλήθος, τον είδε. Το βλέμα της έπεσε κατ'ευθείαν στα γεμάτα φλόγα, καφέ του μάτια. Ήταν ένα ζευγάρι μάτια όπως όλα τα υπόλοιπα θα μπορούσε να πει κανείς, κι όμως, κάθε φορά που τα αντίκρυζε μεταφερόταν σ'άλλους κόσμους, σ'άλλα μέρη. Λες και ήθελαν κάτι να της πούνε. Εκείνος, δεν ήθελε όμως. Όχι γιατί ήτανε "κακός" ή γιατί ήθελε να την βασανίζει και να την αφήνει με χίλια-δυο αναπάντητα ερωτήματα, αλλά γιατί ίσως κι ο ίδιος να γνώριζε καλά, ότι δεν ήταν απαραίτητες οι πολλές κουβέντες. Ένα βλέμμα αρκούσε και τα λεπτά που περνούσαν στην απόλυτη σιωπή "έλεγαν" πολλά περισσότερα.
Η μελωδία συνέχισε να την παρασύρει γλυκά κι εκείνος είχε σχεδόν φτάσει κοντά της. Δεν είχε τη δύναμη  να τον φωνάξει με το όνομα του αν και το ήθελε δια καώς. Εκείνος, εντελώς απρόσμενα και αναπάντεχα, την προσπέρασε και περπάτησε με γοργό βήμα για ακόμη λίγο. Προτίμησε όμως, να την πιάσει "εξ'απροόπτου" και αφού το αναλογίστηκε για μερικά δευτερόλεπτα επέστρεψε κοντά της. Η αλήθεια είναι, ότι αυτό, συνήθιζε να το κάνει αρκετά συχνά. Και τα κατάφερνε μια χαρά. Κάθε φορά την εξέπληττε όλο και περισσότερο.
Μέσα από τα καφέ του μάτια, μπορούσε να δει καλύτερα. Ίσως γιατί έβλεπε μια πλευρά δική της σ'αυτά. Ίσως να της ξυπνούσαν το ενοχλητικό "έντομο" της περιέργειας. Γιατί ήθελε να μάθει.
Και μαζί του μάθαινε. Και ανακάλυπτε. Και εξελισσόταν. Κι ένιωθε όμορφα, τόσο όμορφα που είχε διαγράψει τη λέξη "τέλος" από το λεξιλόγιο της. Δεν ήθελε να το δει. Δεν ήθελε να έρθει.
Η μουσική συνέχισε ν'αντηχεί σ'όλο το χώρο. Της έδωσε το χέρι του, μένοντας στη σιωπή ακόμη, κι εκείνη έχωσε το δικό της βαθιά μέσα στο δικό του, παρόλο που τον είχε δει, με την άκρη του ματιού της, ν'ανατριχιάζει -μάλλον θα ήταν διότι ήτανε πολύ κρύα-.
Συνέχισαν να περπατούν στο δρόμο του ονείρου κι αφέθηκαν στο μουσικό πανδαιμόνιο.
Εκείνη ήταν ντυμένη στ'άσπρα κι ένα λεπτό σάλι διαπερνούσε το λαιμό της. Τα μαλλιά της ήταν λυτά και μακριά. Όταν μπήκαν στη μεγάλη και ζεστή αίθουσα της ψιθύρισε απαλά κάτι στ'αυτί και αφού τον άκουσε με προσοχή, άρχισε ν'ανεβαίνει την τεράστια σκάλα που βρισκόταν λίγο πιο πέρα.
Χωρίς ενδοιασμούς, άνοιξε την πόρτα όπως της είχε πει κι ένιωσε σαν να είχε γίνει μικρό παιδί ξανά, τόσο μεγάλος ήταν ο ενθουσιαμός που την κατέλαβε. Εξερεύνησε καλά το δωμάτιο και λίγο πριν κινήσει για να φύγει, πήρε στα χέρια της τα άσπρα γάντια και τα φόρεσε με προσοχή. Σίγουρα δεν ήταν η πριγκίπισσα του παραμυθιού, όμως τη νύχτα εκείνη ζούσε σ'ένα όνειρο που δεν ήθελε να τελειώσει.
Η έκφραση της, μελαγχολική, τα μάτια, σκεπτικά, αλλά γεμάτα ελπίδα.
Το τραγούδι είχε αρχίσει να παίζει ξανά.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, κίνησε για τη μεγάλη αίθουσα και σταμάτησε στο τελευταίο σκαλί, όπου τον αντίκρυσε  για άλλη μια φορά.
Το βλέμμα του, αινιγματικό, σκοτεινό κι όμως, γοητευτικό. Πότε πότε, έσκυβε το κεφάλι του και κοίταζε χάμω, σαν κάτι να τον ανησυχούσε. Μέσα στο πυκνό σκοτάδι, κάτι τον έκανε να λάμπει.Και μαζί του έλαμπε όλη η αίθουσα.
Χαμογελούσε.
Έδωσαν τα χέρια ξανά, λες και ήταν η πιο φυσική κίνηση και προχώρησαν μαζί στο κέντρο του δωματίου. Εκείνος, ίσιωσε το κορμί του και ήταν έτοιμος να χορέψει το πιο ωραίο βαλς της ζωής του. Εκείνη, του χαμογέλασε δειλά. Ο χορός ξεκίνησε κι αν τους έβλεπε κανείς, θα ζήλευε τις μετρημένες τους κινήσεις που ήταν γεμάτες χάρη. Εκείνος, οδηγούσε. Εκείνη, ακολουθούσε.
Συνέχισαν να διαγράφουν κύκλους σ'ολόκληρο το χολ. Πότε μικρούς, πότε μεγαλύτερους, πάντα όμως με την ίδια σταθερότητα. Χόρευαν, χωρίς να ξέρουν το γιατί και το πώς και κυρίως, χωρίς να σκέφτονται το μετά. Χόρευαν, λες κι ο χορός εκείνος θα κρατούσε για πάντα. Αιώνια. Όπως στα παραμύθια.
Η αίσθηση του χρόνου είχε χαθεί τελείως. Όμως, ο φόβος της την έκανε να δακρύσει.
Το είδε το δάκρυ της, όμως το άφησε να κυλήσει και έπειτα, την πήρε και πάλι κοντά του. Της σιγοψιθύρισε κάτι στ'αυτί και την καθησύχασε.
Παρόλα αυτά, όσα κι αν τους ένωναν, άλλα τόσα ήταν εκείνα που τους χώριζαν. Στην αίθουσα εκείνη εντούτοις, βρίσκονταν μόνοι. Η βραδυά ήταν δική τους και ήξεραν ότι είχαν το δικαίωμα να τη ζήσουν. Το μετά είχε σβηστεί τη νύχτα εκείνη.
Συναισθήματα... Ανάμεικτα. Η ζεστασιά όμως, κρατούσε ζωντανές τις καρδιές τους ακόμη, κι εκείνος συνέχισε να την παρακολουθεί με τα μάτια του λες και την προστάτευε από κάτι.
Της ζήτησε, "να διευρύνει τον ορίζοντα της καρδιάς της."
Εκείνη, πανικόβλητη, λες και την τιμωρούσε με το χειρότερο τρόπο, άρχισε να ορκίζεται. Ορκιζόταν ότι δε θα τον πονούσε ποτέ, φτάνει να συνέχιζε να την κρατά στα χέρια του.
Εκείνος, σάστισε. Ήταν αναποφάσιστος. Δίστασε. Αλλά ο πανούργος ο χρόνος δεν του έδωσε περιθώρια να σκεφτεί. Κι έτσι άρχισε να χάνεται. Εκείνη όμως, την είχε πάρει την απόφαση της. Θα έμενε εκεί, μέχρι το τελευταίο βήμα. Κι αν έκανε ένα λάθος, θα συνέχιζε. Θα πήγαινε ενάντια στο χρόνο. Ήθελε δύναμη κι εκείνος είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται πως η δική της είχε εξαντληθεί. Έτρεξε κοντά της κι έκανε μια τελευταία στροφή μαζί της κι έπειτα την κράτησε σφιχτά στα χέρια του, όπου και άφησε την τελευταία της πνοή...

-Εμπνευσμένο από το τραγούδι των "the Killers", "A white demon love song", αλλά κι από 'σένα που συμβάλλεις στη δημιουργικότητά μου.

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Βραδινές Περιπλανήσεις


΄Εγραψε την τελευταία πρόταση στο μικρό της σημειωματάριο και αφού τράβηξε το χαρτάκι από εκεί, το κράτησε σφικτά στα χέρια της. Διάβασε μία προς μία τις τρεις τελευταίες λέξεις που είχε γράψει. Ασυναίσθητα, έβαλε το δακτυλάκι της προσεχτικά πάνω στο χαρτί και τις άγγιξε-τόσο βαθιά τις είχε χαράξει επάνω-
Κι ύστερα, κάθησε χάμω για λίγη ώρα και κοίταζε το φεγγαράκι. Στον ουρανό δεν είχε σύννεφα-ήτανε ξάστερος. Δεν άργησε να στρέψει το βλέμμα της προς τα αστέρια -τίποτα δεν την ευχαριστήσουμε περισσότερο από τις νύχτες με ξαστεριά γιατί έτσι μπορούσε ευκολότερα να διακρίνει τ'αστέρια- Της άρεσε να τα βλέπει γιατί έκανε πολλά παιχνίδια με το μυαλό της. Άλλοτε τους έδινε ονόματα, κι άλλοτε προσπαθούσε να τα μετρήσει, και άλλες φορές απορούσε πόση μοναξιά να ένιωθαν άραγε κι αυτά.
Ο κρύος αέρας που φύσηξε ξαφνικά της απέσπασε την προσοχή. Αν και το πρόσωπο της είχε παγώσει, έσκασε ένα κρυφό χαμόγελο λες και κάποιος κρυβότανε καπου εκεί γύρω και την παρακολουθούσε. "Σε θέλω εδώ", ψιθύρισε. Και τότε πλατύτερο έγινε το χαμόγελο της. Σηκώθηκε επάνω και συνέχισε να σφίγγει το μικρό χαρτάκι μες την παλάμη της. Καθώς περπατούσε συλλογιζόταν. Προσπάθουσε να σκέφτεται όμορφα πράγματα, ευχάριστα-και δεν της ήταν καθόλου δύσκολο τη νύχτα εκείνη.
Ήταν από εκείνες τις νύχτες που αργότερα θα κατέτασσε στις "αξιομνημόνευτες". Γιατί ήξερε πως το φεγγάρι της φαινόταν πιο όμορφο τη νύχτα εκείνη. Εξού και τα κρυφά γελάκια...
Όλα φαινόντουσαν πιο μαγεμένα. Πιο ραφιναρισμένα, πιο εκλεπτυσμένα. Το ωραιότερο συναίσθημα, βέβαια, ήταν ότι ακόμη πατούσε γερά τα πόδια της πάνω στη γη κι αυτό μπορούσε να το αισθανθεί. Δεν πετούσε στα σύννεφα. Κι αυτό το γνώριζε, αλλά, δεν τη δυσαρεστούσε. Τη γοήτευε γιατί δε θα μπορούσε να ήταν πιο αληθινό. Κι αγαπούσε την αλήθεια, ακόμη κι αν την πονούσε. Όχι όμως τη νύχτα εκείνη γιατί είχε κάνει μια όμορφη διαπίστωση. Η φύση ήτανε "μάγεμα κι όνειρο."
Λίγο πριν φτάσει έξω απ'το σπίτι σταμάτησε απότομα. Αναλογίστηκε κάτι για μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα πήρε ένα στυλό από την τσάντα της και άνοιξε το διπλωμένο χαρτάκι-πάντα με την ίδια φροντίδα και τρυφερότητα, λες κι ήταν κάποιο αντικείμενο ανεκτίμητης αξίας. Σημείωσε στα γρήγορα την ημερομηνία. Ήθελε να θυμάται. "Σε θέλω εδώ", διάβασε πιο δυνατά αυτή τη φορά με περισσότερη σιγουριά και αυτοπεποίθηση.  "Ό,τι κι αν γίνει εσύ να'σαι εδώ", συμπλήρωσε και συνέχισε το δρόμο της πάντα με το ίδιο διακριτικό χαμόγελο:)

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

So black&white.


I'll see you tonight in the back of my mind.
When you would dress me in white with the look in your eyes.
Nobody's perfect, but I'm perfectly happy to keep on bringing this love down off the shelf.
Don't know where to put you anymore.
I am humbled, I feel small and plain.
"His fingers are music to my soul.
And I feel his song play everywhere I go.
I won't need answers I'll just know.
Cause I've read the sonnets about his soul.
He can be ordinary in the best ways."
...And still dance like a poet through every word he says.
Every now and then I lose sight of the good life
I get stuck in a low light
"But then Love comes in..."
How far do I have to go to get to you?
Many the miles!
I can't keep on waiting to live.
There's too many things I haven't done yet.
Too many sunsets I haven't seen.
Sleepless nights you creep inside of me.
You take more than just my sanity.
"The time that I've taken, I pray is not wasted.
Have I already tasted my piece of one sweet love?"
Your unexpected love provides my solitary's suicide...oh I wish I knew!
You hold me without touch.
You keep me without chains.
"I never wanted anything so much than to drown in your love and not feel your rain."
You loved me 'cause I'm fragile, when I thought that I was strong.
Here I am and I stand so tall, just the way I'm supposed to be.
"But you're on to me and all over me.
You're neither friend nor foe, though I can't seem to let you go."
The one thing that I still know is that you're keeping me down.
"You're on to me, on to me, and all over...
Something always brings me back to you.
It never takes too long."

Many thanks to S.B.

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Every Rose Has Its Thorn.


Κρατούσε το άσπρο τριαντάφυλλο και σκεφτόταν.. Τον χρόνο που περνούσε τόσο ανύποπτα, τις στιγμές που έζησε.. Κι εκείνες που δεν έζησε. Πιο πολύ την βασάνιζαν οι τελευταίες. Περνούσε ο καιρός, πέρασε, και έμεινε εκεί. Ούτε ένα βήμα παραπέρα. Όμως, δεν ήθελε να κάνει κάτι που εκείνος θα απέρριπτε. Και βέβαια εδώ γεννιόταν το μεγάλο ερώτημα: ποιανού το θέλημα έπρεπε να εκπληρωθεί;
Συνέχισε να περιεργάζεται το τριαντάφυλλο κι ήταν συνέχεια στο μυαλό της. Οι άλλοι γύρω της όπου και αν έστρεφε το βλέμμα της χόρευαν σε ζευγάρια. Έρωτας. Χαρά. Ήταν και εκείνη χαρούμενη όμως. Ένιωθε ευλογημένη. Και περήφανη. Υπήρχε όμως και αυτή η φωνούλα. Της θύμιζε συνέχεια πως όση χαρά και αν ένιωθε, ήταν καταδικασμένη να νιώθει κι άλλη  τόση θλίψη. Χαρά γιατί μόνο το καλύτερο ήθελε για εκείνον, θλίψη γιατί γνώριζε πως το καλύτερο δεν ήταν εκείνη. Έτσι ήταν η αγάπη της. Σαν 'κείνο το άσπρο τριαντάφυλλο. Μα το τριαντάφυλλο είχε αγκάθια. Και κάθε φορά όλο και πιο πολύ την τρυπούσαν. Της τρυπούσαν την καρδούλα και την μάραιναν. Γιατί μισή ήταν. Μισή χαρά, μισή λύπη. Μισές στιγμές, ανολοκλήρωτες. Μισή ζωή. Την γέμιζε η παρουσία του. Μα ήταν κι αυτή μισή... Το άφησε στην άκρη το τριαντάφυλλο. Έπρεπε να σκουπίσει τα δάκρυα της προτού την έπαιρνε κανένα μάτι. Δεν το επέτρεπε η μέρα. Φόρεσε λοιπόν το ομορφότερο της χαμόγελο και κίνησε μπροστά. Και η φωνούλα στο βάθος φώναζε.. Έπρεπε όμως, να προχωρήσει αγνοώντας την...