«Ο ποιητής – Δημιουργός,
δεν είχε ποτέ καμιά σχέση με την «τυφλή μακαριότητα» εκείνων που πίστεψαν χωρίς
να τυραννιστούν αναζητώντας την αλήθεια τους. Αναζητώντας την όποια μορφή του
απόλυτου, την περιμένει και την τοποθετεί και στον έρωτα. Αλλά κανένα από τα
αισθήματά του δεν είναι αιώνιο. Όλα, και τα πιο έντονα και συνταραχτικά έχουν
ένα αποκορύφωμα και μια κάμψη. Κι αν δεν τσιγκουνεύεται καθόλου την ομορφιά
που’χει μέσα του – για να στολίσει ό,τι αγαπά – δεν λογαριάζει περισσότερο και
την οδύνη της καταστροφής. Η ερωτική ζωή του ποιητή είναι η πιο αδιάψευστη
αντιγραφή αυτής της μεγάλης ποιήτριας – της Φύσης. Μέσα του τα πράγματα
καταλύονται με την ίδια και αμετάκλητη μαθηματική ακρίβεια, που καταστρέφει και
η Φύση την ομορφιά και τον πλούτο της στον κύκλο των τεσσάρων της εποχών. Αυτή
η ίδια, που οργανώνει θαρρείς, με τόσο κέφι, τόση απλοχεριά και αρμονία τον
θρίαμβο της άνοιξης, αυτή η ίδια που λαχταρά και φρικιά μεσ’ στην ολόχρυση, την
εκτυφλωτική και χυμώδη ωριμότητα του καλοκαιριού, αυτή και τα μαδά όλα,
απλώνοντας τη νεκρή επιφάνεια την ανένδοτη κι αφιλόξενη του χειμώνα, πάνω στη
γη. Κι είναι αδύνατον να πιστέψεις σε τέτοιες θανάσιμα νεκρές και παγερές
μέρες, πως η γη πλαγιασμένη αγκαλιά με τον θάνατό της φουσκώνει σιωπηλά την
ίδια ώρα, θρέφοντας από την ομορφιά που ’θαψε, το καινούριο κάρπισμα στα θερμά
σπλάχνα της. Θα ξανακάμει, πάλι, καρπούς κι ανθούς, στάχυα και χρώματα, όλα
γνώριμα κι αγαπημένα, γνώριμα, μα ολοκαίνουρια. Ο Ποιητής είναι το ίδιο
σπάταλος, άπληστος και καταλυτικός στον έρωτα. Όποια ομορφιά κλείνει μέσα του,
όποιο ιδανικό χαραχτηριστικό ή γνώρισμα, το αποδίνει στο πρόσωπο που
ερέθισε την αισθαντικότητά του. Κανείς δεν ζει με μεγαλύτερη πίστη και μέθη τον
έρωτα του όσο αυτός. Και ξάφνου, χωρίς ούτε ο ίδιος να ξέρει γιατί και πώς,
αρχίζει η κατάλυση. Ο μαγικός ιστός, που’χε πλέξει κι είχε στολίσει το ίνδαλμα,
αρχίζει να ξυλώνεται αφήνοντας γυμνό κι απροστάτευτο το αγαπημένο πλάσμα. Ο
ποιητής μαζεύει με πάθος τον εαυτό του και τον αποτραβά μέσα του. Ποιος πόνος
μπορεί να συγκριθεί με τούτη του την απόγνωση, δεν θα μπορούσαμε να το πούμε.
Μα ούτε και να φανταστούμε πώς από τη νέκρα και την έσχατη απογοήτεψη θα
ξεπηδήσει μια λαχτάρα νιογέννητου για μια καινούρια πίστη κι έναν καινούριο
έρωτα. Είναι όμως σίγουρο, πως όση χαρά κι αν του ’δοσε το γέννημα της
ψευδαίσθησής του κι όση οδύνη η απώλειά της, ούτε μεγάλωσε, ούτε ελάττωσε την
ευαισθησία του. Απλώς, την μαστίγωσε».
~Λίλη Ζωγράφου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012
Ο ποιητής
Κατηγορίες:
Έρωτας,
Πόνος,
Συμπεριφορές
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011
"Η πόλις θα σε ακολουθεί..."
"Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ'ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις".
Μόνο που σ'αυτή την περίπτωση η δική μου η πόλις βρίσκεται μίλια μακριά πια -μα συνεχώς στην σκέψη μου περιέρχεται... Σ'αυτή την περίπτωση, θα έπαιρνα με κάθε ευχαρίστηση τους ίδιους δρόμους για την πόλη μου. Έστω και για λίγα λεπτά της ώρας, απλώς για να ξαποστάσω σ'ένα γνώριμο στενό δρομάκι, ή ακόμα να περπατήσω σε μια λεωφόρο ή ακόμα απλώς να σταθώ στη μέση του δικού μου πουθενά και να χαζέψω για λίγο. Κι ας γερνούσα μες το σπιτάκι μου, κι ας άσπριζαν τα μαλλιά μου.
Έτσι κι αλλιώς, πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνω. Γιατί η ζωή μου είναι εκεί. Οι αναμνήσεις μου βρίσκονται όλες θαμμένες εκεί. Κι είναι σκεπασμένες με άγιο χώμα και μέσα από αυτές αναβρύζουν αισθήματα ευγνωμοσύνης και χαράς. Καμία μεταμέλεια. Πόσο θυμάμαι έντονα κάθε στιγμή -ίσως τις τελευταίες περισσότερο. Το χέρι μου που το κράτησες σφιχτά, εσύ που με νοιάζεσαι, το μέτωπο μου που το φίλησες απαλά, εσύ που μ'αγαπάς, το ζεστό χαμόγελο που μου χάρισες, εσύ που είσαι φίλος μου, τα συμβουλευτικά λόγια των γονιών και την ανησυχία στα πρόσωπά τους καθώς έκλειναν οι πύλες. Κι άλλες τόσο ωραίες αναμνήσεις -στιγμές απέραντης ευτυχίας και απρόσμενης χαράς, στιγμές ακόμη και της λύπης -μιας λύπης που ήταν οικεία όμως. Ετούτη εδώ η λύπη είναι αρρώστια, είναι μαρασμός, το σαράκι που μου τρώει τα σωθικά. Πρόκαμα όμως και το είπα: "θα πάγω σ'αλλη γη, θα πάγω σ'αλλη θάλασσα". Και τώρα πρέπει να σταθώ στα πόδια μου και να το υποστηρίξω, να γίνω ένα με το λόγο μου, να γίνω δέσμια του. Πρέπει να αποδείξω στον εαυτό μου πως ίσως και αυτή η πόλις -η τόσο αλλόκοτα ξενική- κάτι θα έχει να μου μάθει, κάτι να μου δώσει ή πιο σωστά αυτό το κάτι πρέπει να βγω εκεί έξω και να το ανακαλύψω...
Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011
Σιωπή
Πόσο είναι σπαραχτική ετούτη η σιωπή,
μονάχα δάκρυα μου φέρνει ως τα μάτια!
Γιατί τόσο δισταχτική ειν'η δική σου η φωνή;
ποια τάχα της ψυχής να κρύβεις από εμέ κομμάτια;
μονάχα δάκρυα μου φέρνει ως τα μάτια!
Γιατί τόσο δισταχτική ειν'η δική σου η φωνή;
ποια τάχα της ψυχής να κρύβεις από εμέ κομμάτια;
Σάββατο 28 Μαΐου 2011
Κοιτάζοντας έξω από το τζάμι
Αν κάτι αλλάζει γύρω σου, πρέπει πρώτα να κοιτάξεις μέσα σου, λένε κάποιοι.
Κι αν κάτι αλλάζει μέσα μου; Τότε νομίζω ότι είναι πρέπον να κοιτάξω και γύρω μου. Βέβαια, όλα αυτά είναι σχετικά. Σε συνάρτηση με το τάδε και το τάδε. Αν είσαι παχύδερμος, για παράδειγμα, στην περίπτωση που κάτι αλλάζει μέσα σου δε χρειάζεται να κοιτάξεις γύρω σου μιας και δε σε επηρεάζουν οι "εξωτερικοί" παράγοντες.
Καλώς ή κακώς, μέχρι τώρα στη ζωή μου έμαθα να κάνω και τα δύο. Ίσως όχι τόσο τέλεια και ισορροπημένα και ραφιναρισμένα. Σας είπα ξανά εξάλλου πως δεν έχω τρόπους. "Είναι τόσο μεγάλος ο καημός κι είμεθα τόσο μικροί ένας-ένας εμείς οι άνθρωποι που τον αποτελούμε..." Αυτή η σκέψη μου έφερε δάκρυα στα μάτια, δε σας το κρύβω -γιατί να σας το κρύψω; "Εκεί που είναι ο πόνος κι ο ιδρώτας και τα δάκρυα, εκεί δεν είναι ο άνθρωπος;" Και βέβαια, "πρώτη και καλύτερη" είμαι εγώ, μικρή κι αξιολύπητη. Γιατί τα δάκρυα μου κυλήσανε καθώς σκεφτόμουνα το δικό μου τον καημό, που ίσως για κάποιον άλλο να ήταν κι ευτυχία. Κι ύστερα, άφησα κι άλλα δάκρυα να πέσουν χάμω καθώς έβλεπα ένα σωρό από ανθρώπους να παρελαύνουν μπροστά στα μάτια μου.
Σωρός, σωστά το διαβάσατε. Διότι μου φάνηκαν όλοι τόσο πολλοί κι απέραντοι, σχεδόν ατελεύτητοι. Κι ο καθείς, έπαιρνε το δικό του δρόμο. Άλλοι έφευγαν κι άλλοι έφταναν. Κι υπήρχαν κι άλλοι που έμεναν ασάλευτοι κι αγνάντευαν το απόλυτο κενό. Κι όμως, ακόμη κι αυτός ο σωρός κρύβει μια μαγεία μέσα του. Θα 'να ίσως επειδή είμαστε όλοι τόσο μαζί αλλά και τόσο χώρια, ένας προς έναν, πλέκουμε την αλυσίδα του καημού... Κι ο καθένας κουβαλά τη δική του ιστορία -αν νοιαστείς αρκετά ώστε να την ανακαλύψεις. Δεν είναι αξιοθαύμαστο αυτό;
Πιστεύω -το πιστεύω πολύ αυτό- πως ο καθένας κάτι έχει να πει. Κι ίσως να μην τα καταφέρει ή να μη θελήσει ή να μην μπορεί να το πει σε μένα, μα κάποια στιγμή σίγουρα θα το πει σε σένα ή σε κάποιον άλλο. Και συνάμα, θα έχει άλλα τόσα να πει -όμως θα μένουν ανείπωτα. Κι ίσως αυτά να μείνουν για πάντα στον αιθέρα, αφημένα ελεύθερα, θα περιφέρονται στην αιώνια φύση ή ακόμη, ίσως να μείνουν εγκλωβισμένα ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους ή εγκαταλελειμμένα σε κάτι χαλάσματα. Και τ' άψυχα μαζί με τη φύση, θα έχουν το προνόμιο να γνωρίζουν, όσα, εμείς, οι άνθρωποι δεν καταφέραμε ποτέ να αρθρώσουμε με λέξεις...
Κι είναι πάντα αυτό, είναι πάντα αυτή η αντίφαση του κόσμου που με κομματιάζει. Κάποιες φορές τον σιχαίνομαι που κινείται μια στο ψέμα και μια στην αλήθεια, μια στη χαρά και μια στη μιζέρια, μια στο κρυφό και μια στο φανερό... Τον σιχαίνομαι αφάνταστα γιατί μου προκαλεί πόνο. Γιατί είμαι μικρή κι εγώ κι έχω φόβους κι ανασφάλειες και αμφιβολίες. Γιατί σήμερα μπορεί να πιστεύω ακράδαντα ότι αγάπησα κι αγαπήθηκα κι αύριο... ποιος ξέρει πώς θα σκέφτομαι και πώς θα νιώθω! Πώς θα νιώθουν οι άλλοι, αν θα βρίσκουν το χρόνο να σου ρίξουν ένα βλέμμα, να σου πουν μια ζεστή κουβέντα, να κάνουν πράγματα απλά, καθημερινά, όπως άλλοτε. Κάτι τέτοιες ώρες εύχομαι ν' άνοιγε η γη και να με έριχνε στα έγκατά της μια για πάντα. Κάτι τέτοιες ώρες θα 'θελα να μη βλέπω, να μην ακούω και προ πάντων να μην αισθάνομαι τίποτα...
Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011
Κανείς δεν πέθανε από αγάπη...
Υπάρχουν τόσα που δεν ξέρεις ακόμη. Τόσα που δε θα μάθεις ποτέ. Αυτά που έχει τόσο καλά καταφέρει να τα θάψει μέσα της σε τέτοιο σημείο που πραγματικά αμφιβάλλει αν όντως έγιναν. Δε στο κρύβω ότι τα καταφέρνει καλά σε αυτό -αναγκάστηκε να μάθει-. Κι έτσι πια, όλα της φαίνονται μια μακρινή ανάμνηση -σα να μην τα έζησε εκείνη, σα να μην τα έπραξε εκείνη- τόσο πολύ έχει αλλοτριωθεί από αυτά.
Όσο κυλά αίμα στις φλέβες της όμως θα συνεχίσει να νιώθει το δηλητήριο τους. Αυτή είναι η τιμωρία της. Να θυμάται. Έστω κι αν αυτό κατάφερε να το μειώσει, έστω κι αν κατάφερε να τα κρύψει όλα τόσο βαθιά μέσα της. Ποτέ δε θα μπορέσει να τους ξεφύγει. Θαρρεί πως δε θα σβηστούν. Κι αν έπαψε να νιώθει -θυμάται-. Θυμάται λοιπόν πώς ήταν κάποτε η ζωή. Της έχουν μείνει εξάλλου κατάλοιπα από εκείνο τον τελειωμένο εαυτό. Ξέρει πώς είναι ν'αγαπάς, να δένεσαι, να δίνεις, να δίνεις τα πάντα, όλη σου την ενέργεια και όλο σου το είναι. Ξέρει πώς είναι να πιστεύεις ότι ζεις για κάποιον, ξέρει πώς είναι να του αφιερώνεσαι ολοκληρωτικά. Τα θυμάται, έστω και χωρίς το συναίσθημα, θυμάται πως κάποτε ήξερε πώς έμοιαζαν όλα αυτά. Μα πιο πολύ θυμάται τη στιγμή που φεύγει. Έφυγε λοιπόν με το χειρότερο τρόπο. Θυμάται έναν εαυτό να καταρρέει, να πέφτει στα πατώματα κυριολεκτικά και να εύχεται να τελειώσει η ζωή του. Θυμάται πως έκλαιγε με λυγμούς το βράδυ -μόνο τότε μπορούσε-, θυμάται να τη γονατίζει ο πόνος, κυριολεκτικά, θυμάται τις σπασμωδικές της κινήσεις και ένα πόνο στην ψυχή της λες κι ήθελε να βγει από μέσα της για να λυτρωθεί. Θυμάται δάκρυα, καυτά δάκρυα, δάκρυα ποτάμι, θυμάται νύχτες που ήθελε να φωνάξει μα δεν μπορούσε, θυμάται το μαξιλάρι που το έπαιρνε σφιχτά στα χέρια της και το δάγκωνε με όλη της τη δύναμη, μη βγει η μιλιά της, μη λυγίσει και ουρλιάξει και την ακούσει κανείς μες τη νύχτα και διερωτηθεί. Θυμάται πως τα πέρασε όλα αυτά, πως νεκρώθηκε η ψυχή της, πόσο μαύρη την ένιωθε, πόσο τη σιχάθηκε, θυμάται πως περίμενε το θάνατο να 'ρθει να τη λυτρώσει, πίστευε ότι έκλεισε, ότι τέλειωσε, δεν ήθελε να δει τίποτα άλλο, μήτε να νιώσει, με τι δύναμη άλλωστε; Τη θυμάμαι απεγνωσμένη και θυμάμαι πως ένιωθε μόνη. Τη θαυμάζω κιόλας! Πώς τ'άντεξε και δε μίλησε; Πώς τα κατάφερε; Πού βρήκε την ψυχραιμία; Κι όμως, είναι ακόμα εδώ και έμαθε τώρα. Έμαθε ότι οι άνθρωποι πάνε και έρχονται. Έμαθε πως μπορεί ν'αγαπήσει όσο θέλει αλλά ξέρει τώρα, ξέρει ότι κανείς δεν πέθανε από αγάπη κι ούτε πρόκειται. Κι όμως, θυμάται ακόμη. Δε θα ξεχάσει ποτέ. Κι έτσι, πάντα θα νιώθει την ανάγκη να φεύγει εκείνη πια, μα δε θα φεύγει από δειλία μα μόνο γιατί θα θέλει πια να δει ποιος θα την ψάξει μες τον κόσμο αυτό που όλοι και όλα χάνονται...
Όσο κυλά αίμα στις φλέβες της όμως θα συνεχίσει να νιώθει το δηλητήριο τους. Αυτή είναι η τιμωρία της. Να θυμάται. Έστω κι αν αυτό κατάφερε να το μειώσει, έστω κι αν κατάφερε να τα κρύψει όλα τόσο βαθιά μέσα της. Ποτέ δε θα μπορέσει να τους ξεφύγει. Θαρρεί πως δε θα σβηστούν. Κι αν έπαψε να νιώθει -θυμάται-. Θυμάται λοιπόν πώς ήταν κάποτε η ζωή. Της έχουν μείνει εξάλλου κατάλοιπα από εκείνο τον τελειωμένο εαυτό. Ξέρει πώς είναι ν'αγαπάς, να δένεσαι, να δίνεις, να δίνεις τα πάντα, όλη σου την ενέργεια και όλο σου το είναι. Ξέρει πώς είναι να πιστεύεις ότι ζεις για κάποιον, ξέρει πώς είναι να του αφιερώνεσαι ολοκληρωτικά. Τα θυμάται, έστω και χωρίς το συναίσθημα, θυμάται πως κάποτε ήξερε πώς έμοιαζαν όλα αυτά. Μα πιο πολύ θυμάται τη στιγμή που φεύγει. Έφυγε λοιπόν με το χειρότερο τρόπο. Θυμάται έναν εαυτό να καταρρέει, να πέφτει στα πατώματα κυριολεκτικά και να εύχεται να τελειώσει η ζωή του. Θυμάται πως έκλαιγε με λυγμούς το βράδυ -μόνο τότε μπορούσε-, θυμάται να τη γονατίζει ο πόνος, κυριολεκτικά, θυμάται τις σπασμωδικές της κινήσεις και ένα πόνο στην ψυχή της λες κι ήθελε να βγει από μέσα της για να λυτρωθεί. Θυμάται δάκρυα, καυτά δάκρυα, δάκρυα ποτάμι, θυμάται νύχτες που ήθελε να φωνάξει μα δεν μπορούσε, θυμάται το μαξιλάρι που το έπαιρνε σφιχτά στα χέρια της και το δάγκωνε με όλη της τη δύναμη, μη βγει η μιλιά της, μη λυγίσει και ουρλιάξει και την ακούσει κανείς μες τη νύχτα και διερωτηθεί. Θυμάται πως τα πέρασε όλα αυτά, πως νεκρώθηκε η ψυχή της, πόσο μαύρη την ένιωθε, πόσο τη σιχάθηκε, θυμάται πως περίμενε το θάνατο να 'ρθει να τη λυτρώσει, πίστευε ότι έκλεισε, ότι τέλειωσε, δεν ήθελε να δει τίποτα άλλο, μήτε να νιώσει, με τι δύναμη άλλωστε; Τη θυμάμαι απεγνωσμένη και θυμάμαι πως ένιωθε μόνη. Τη θαυμάζω κιόλας! Πώς τ'άντεξε και δε μίλησε; Πώς τα κατάφερε; Πού βρήκε την ψυχραιμία; Κι όμως, είναι ακόμα εδώ και έμαθε τώρα. Έμαθε ότι οι άνθρωποι πάνε και έρχονται. Έμαθε πως μπορεί ν'αγαπήσει όσο θέλει αλλά ξέρει τώρα, ξέρει ότι κανείς δεν πέθανε από αγάπη κι ούτε πρόκειται. Κι όμως, θυμάται ακόμη. Δε θα ξεχάσει ποτέ. Κι έτσι, πάντα θα νιώθει την ανάγκη να φεύγει εκείνη πια, μα δε θα φεύγει από δειλία μα μόνο γιατί θα θέλει πια να δει ποιος θα την ψάξει μες τον κόσμο αυτό που όλοι και όλα χάνονται...
Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011
Σε ρόλο...θεραπευτικό.
![]() |
| "Η αγάπη κλείνει όλες τις πληγές, ακόμα κι αυτές που συχνά προέρχονται από την ίδια." |
Κι αν σου φαίνονται πολλοί οι "άλλοι", τότε κάντο μονάχα για έναν. Διάλεξε τον καλά όμως και φρόντισε να το αξίζει, γιατί αλλιώς, δε θα πετυχεί.
Αν έρθει ποτέ εκείνη η τρομαχτική μέρα που όλα θα σου φαίνονται μάταια και άσκοπα, αν έρθει ποτέ μια μέρα χωρίς στοχό και νόημα, αν έρθει μια μέρα που απλώς θα ευχόσουν να μείνεις παγιδευμένος στην αιώνια σιωπή, τότε κάντο. Προσπάθησε να φέρεις στο μυαλό σου κάποιον, του οποίου η παρουσία υπήρξε καταλυτική. Ακόμα κι αν δεν είναι εκεί, ακόμα κι αν δεν ήταν ποτέ όπως θα ήθελες, αξίζει τον κόπο να το δοκιμάσεις.
Ο πόνος, η θλίψη, η απογοήτευση, ακόμα και ο θυμός -όλα- θα παύσουν μεμιάς. Θα εκμηδενιστούν. Θα απαλύνει τόσο ο πόνος και θα κοπάσει ο θυμός που σχεδόν θα νομίζεις ότι δεν υπήρξαν ποτέ.
Μόνο προσπάθησε το εξής: κλείσε τα μάτια σου, όσο δύσκολο κι αν είναι, όσο αταίριαστο κι αν σου φαίνεται εκείνη τη στιγμή, κλείστα για λίγο και φέρε τη μορφή του στο μυαλό σου. Να δίνεις χρόνο στον εαυτό σου, -πάντοτε- δεν ξέρεις πόσο πολύ του είναι απαραίτητος.
Και πόσο μάλλον αν φτάσει εκείνη η τρομερή ημέρα. Μπορεί να 'ναι μια μέρα που θα νιώσεις ξεχασμένος και χαμένος. Μπορεί να 'ναι μια μέρα που μπορεί και να προτιμούσες να ήταν έτσι. Μια μέρα, που ακόμη και το πιο λυπητερό τραγούδι δε θα περιγράφει την κατάστασή σου. Μπορεί να 'ναι μια μέρα μοναξιάς και εγκατάλειψης. Μια μέρα που απλώς κάτι θα λείπει, γιατί "πάντα κάτι λείπει".
Κι όμως σου λέω, αν δεν μπορείς, αν δε θες να το κάνεις για σένα, κάντο για κάποιον άλλον τότε. Κλείσε τα ματάκια σου και δες τον να παίρνει σάρκα και οστά, να ορθώνεται μπροστά σου. Ή σκέψου ότι εκείνος δε θα ήθελε ποτέ να σε δει σε τέτοια κατάσταση. Σκέψου ότι αυτό θα τον θύμωνε, ή ότι θα τον πονούσε -ακόμα κι αν δεν είναι έτσι, ακόμα κι αν ποτέ δεν ήταν έτσι, αξίζει τον κόπο να το δοκιμάσεις-. Θα δεις πόσο γρήγορα και εύκολα θα εξασθενίσει ο πόνος.
Και ξέρεις; Επιμένω πολύ στο ότι πρέπει να 'ναι κάποιος που να το αξίζει γιατί μόνο έτσι θα πετύχει. Ξέρεις γιατί; Διότι πρέπει να νιώσεις κάτι δυνατό -κάτι αντιστοίχως δυνατό στον πόνο- κάτι που να μπορεί να τον διαλύσει και έπειτα να τον σπάσει σε χίλια κομματάκια και να τον εξαφανίσει. Η αγάπη κλείνει όλες τις πληγές, ακόμα κι αυτές που συχνά προέρχονται από την ίδια. Δεν είναι αξιοθαύμαστο αυτό;
Και μη σκεφτείς ποτέ ότι δεν αξίζει να υπάρχεις για κάποιον άλλον, αν δεν υπάρχεις για σένα. Μη σκεφτείς ότι είναι χαμένος κόπος ή χαμένη υπόθεση. Αν τον αγαπάς σε τέτοιο σημείο σίγουρα κάτι θα προσφέρεις και στον ίδιο. Αλλιώς δε θα 'χει νόημα η αγάπη σου. Μην την υποτιμήσεις ποτέ όμως. Αν είσαι αρκετά έξυπνος, θα 'χεις καταλάβει μέχρι τώρα ότι συχνά τίποτα δε σε κάνει πιο ευτυχισμένο από το να βλέπεις ευτυχισμένους τους γύρω σου. Εξάλλου, ευτυχία και μοναξιά δεν πάνε μαζί...
Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011
Το κορίτσι της διπλανής πόρτας.
![]() | ||
| Ένα άγαλμα είμαστε στην άκρια του δρόμου, που καιρό πολύ περιμένουμε να μας αποκαλύψουν. ~Κ.Μ. |
Ντροπαλή, συνεσταλμένη, προσγειωμένη, έτσι τη χαρακτήριζαν στη γειτονιά.
Φιλήσυχη και πάντα τόσο ήρεμη. Πότε δεν έγινε σημείο αναφοράς. Έβγαινε απ'το σπίτι και χανόταν διακριτικά για λίγες ώρες. Επέστρεφε κατά το βραδάκι και έκλεινε προσεχτικά την πόρτα της.
Κι εκεί.. Άρχιζε ο Γολγοθάς της. Εκεί, πίσω από εκείνη την ξεβαμμένη πόρτα, δεν μπορούσε να ξεγελάσει κανένα. Όλες οι μάσκες θαρρείς με μια αυτόματη κίνηση έπεφταν μεμιάς. Εκεί, δεν τη χωρούσε ο τόπος, δεν μπορούσε να κρυφτεί από τίποτα και κανέναν.
Πλήρως εκτεθειμένη. Αυτό ήταν. Εκτεθειμένη στον ίδιο της τον εαυτό.
Στα λάθη της, τα πάθη της, τις έγνοιες της.
Όχι, εξακολουθούσε να είναι φιλήσυχη. Εξακολουθούσε να είναι συνεσταλμένη και "καθώς πρέπει".
Είναι που δεν μπορούσε να τους ξεφύγει όμως!
Άπειρες, καταραμένες σκέψεις!
Τρύπωναν από παντού. Μόλις αισθάνονταν το σκότος στην ψυχούλα της που έτρεμε κυριολεκτικά κάθε φορά που ζούσε αυτό τον εφιάλτη- τσουπ! χώνονταν όλο και πιο βαθιά μέσα της.
Και την κυρίευαν και την κατανικούσαν λες κι ήταν νησί καίριας στρατηγικής σημασίας, σαν να ήταν οι πειρατές και εκείνη ο κρυμμένος θησαυρός, ο πολυπόθητος! Τόσο την ποθούσαν οι σκέψεις, τόσο πολύ τις μαγνήτιζε κι όσο περνούσε η ώρα δεν έλεγαν να λιγοστέψουν, δεν έλεγαν να ησυχάσουν!
Σα να μην έφτανε αυτό, την πονούσε κι η καρδιά της. Ακόμη κι εκείνη, στην οποία είχε τόσες και τόσες φορές εναποθέσει την ελπίδα, ακόμη κι αυτή την πρόδωσε... Χτυπούσε υστερικά, ανάρμοστα, αγενέστατα-κλωτσούσε λες κι ήταν έμβρυο ζωντανό μέσα στη μήτρα της μάνας.
Ήτανε δεν ήτανε, δεκαοχτώ χρονών ακόμη, τι σημασία είχε η ηλικία όμως; Ένας αριθμός είναι κι αυτός σαν όλους τους άλλους. Μια μάσκα ακόμη που κρύβει ή φανερώνει πράγματα. Τόσο νέα ήτανε, κι όμως ένιωθε πως κάποια μέρα-σύντομα-θα την έβρισκαν να κείτεται στο κρύο πάτωμα, σ'εκείνο το μικροσκοπικό σπιτάκι με τον όμορφο κήπο. Τόσο πολύ την αρρώσταιναν κάθε φορά οι κακούργες οι σκέψεις που πείσθηκε ότι επρόκειτο για κάποια χρόνια πάθηση που κάθε μέρα της αφαιρούσε κι ένα κομματάκι από την άχαρη ζωή της.
Αυτό ήταν λοιπόν το κορίτσι της διπλανής πόρτας. Ντροπαλό, συνεσταλμένο, καθώς πρέπει, όπως το ήθελαν, εξάλλου, οι άλλοι.
Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010
Δύσκολο δεν είναι να γκρεμίσεις, αλλά να χτίσεις...
Αναμφίβολα, η αμφιβολία είναι ένα από τα χειρότερα δηλητήρια που θα μπορούσαν να "ποτίσουν" μια σχέση. Φυσικά, δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι για τίποτα και για κανέναν-κι αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Η αμφιβολία σε υπερβολικό βαθμό όμως, έχει αρνητικές συνέπειες για εκείνον που τη βιώννει. Του προκαλεί άγχος και ανησυχία. Συνεχώς αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στις πιθανότητες και δημιουργούνται όλο και περισσότερα ερωτηματικά. Και τελικά, ξεχνά κάτι πολύ βασικό, κάνοντας έτσι, δυστυχισμένο τον εαυτό του και τους άλλους. Γιατί αν δεν παίρνει απαντήσεις νομίζει ότι αδικείται κιόλας. Ενώ καλά μέσα του ο άνθρωπος που αμφιβάλλει, γνωρίζει. Γνωρίζει ότι ο μοναδικός τρόπος για να μάθει είναι να σταματήσει να ρωτά-και να αρχίσει να απαντά κάνοντας ένα πολύ "απλό" πράγμα -ζώντας.
Για να ζήσει όμως, κανείς, χρειάζεται δύναμη. Και ψυχή. Κι αν κάποιοι έφτασαν να αμφιβάλλουν, πάει να πει ότι κάποιος ή κάτι τους ταρακούνησε σε τέτοιο βαθμό ώστε να τους βάλει σε σκέψεις αλλιώτικες. Κάποιος ή κάτι ήρθαν μια καλή ημέρα και τους έδειξαν ότι ο κόσμος δεν ήταν ποτέ όπως τον είχαν φανταστεί. Κι είναι κάπως δύσκολο όλα όσα θεωρούσες γνώριμα στο χτες, να τα χάνεις την επομένη. Είναι σκληρό κι απάνθρωπο να διαγράφονται και να αναιρούνται τα πάντα εν τω μέσω μιας νυχτός κι ακόμα σκληρότερο είναι όταν δεν το επέλεξες εσύ, αλλά κάποιος άλλος το αποφάσισε για σένα για να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα.
Είναι σκληρό ό,τι θεωρούσες αληθινό μέχρι χτες, να έρχεται μια μέρα αυτός ο κάποιος ή αυτό το κάτι και με το χειρότερο τρόπο να σου αποδεικνύει ότι ίσως και να ήταν ό,τι πιο ψεύτικο έζησες. Γιατί κακά τα ψέματα, σε ποιον αρέσει να χτίζει πάνω σε σαθρά θεμέλια; Και σκεφτείτε ότι κάποιοι έκαναν το ατυχές λάθος να χτίσουν πάνω σ'αυτά, γιατί κάποτε αυτό τους φαινόταν σωστό, μην ξεχνάτε όμως, ότι οι καιροί αλλάζουν κι ότι αυτό που βλέπαμε σωστό χτες είναι λάθος σήμερα ίσως. Έχτισαν λοιπόν. Εναπόθεσαν ελπίδες και χρόνο και κόπο. Και το έκαναν με τη μεγαλύτερη τους ευχαρίστηση. Κι ανακαλύπτουν λοιπόν μια μέρα, ότι έχτιζαν μόνοι, ότι έχτιζαν αλλά στην ουσία γκρέμιζαν. Γιατί, σαν είναι σαθρά τα θεμέλια, έρχεται δυστυχώς μια μέρα που γκρεμίζονται. Και γκρεμίζεται κι ο άνθρωπος μαζί.
Και πέφτει.
Μερικοί δεν έχουν τη δύναμη να σηκωθούν. Κι άλλοι, ξυπνούν μια μέρα και αποφασίζουν ότι θα σηκωθούν. Ο κόσμος όπως τον ήξεραν όμως, δεν είναι πότε ξανά ο ίδιος. Και ένα γκρέμισμα, συχνά, είναι υπερ-αρκετό ώστε ο άνθρωπος να φοβάται να χτίσει ξανά και τελικά να μένει στην αμφιβολία. Δεν είναι όμως που δε θέλει να ζήσει, είναι που δεν μπορεί. Είναι που είναι δέσμιος του παρελθόντος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

