Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλήθεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλήθεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Τα όνειρα κάποτε βγαίνουν αληθινά

"Όταν τελικά σταματάς να προσπαθείς να παριστάνεις κάτι άλλο από αυτό που είσαι τότε είναι που η λάμψη σου εκτινάσσεται και οι άνθρωποι αρχίζουν να σε πλησιάζουν".
Σε πλησιάζουν βέβαια οι άνθρωποι που δε φοβούνται να καούν από τη φλόγα σου, το φως σου, την αλήθειά σου.
Σ'ένα κόσμο που φοβάται το φως, υπάρχουν -ευτυχώς- ακόμη οι άνθρωποι που δε φοβούνται. Υπάρχουν ακόμη -ευτυχώς- στιγμές που ξεχειλίζουν από αλήθεια. Υπάρχουν -ευτυχώς- στιγμές που τις ζεις και γίνεσαι ένα μαζί τους. Υπάρχουν στιγμές απέραντες που όμως σου φαίνονται απειροελάχιστες, σχεδόν ανύπαρκτες. Υπάρχουν -ευτυχώς- στιγμές που δεν πιστεύεις στα μάτια σου. Υπάρχουν στιγμές που λες "αυτό δε γίνεται να συμβαίνει σε εμένα".
ΥΠΑΡΧΟΥΝ. Είναι πραγματικές. Κερδισμένος είναι αυτός που δε φοβάται την σκιά του, αυτός που δε φοβάται τα αισθήματά του. Αυτός που τολμά να "εκτίθεται" στο φως της αλήθειας. Κανείς δεν είπε ότι είναι εύκολο. Θέλει δύναμη και θέληση. Θέλει πολλή-πολλή δουλειά και φροντίδα. Θέλει καθημερινή καλλιέργεια. Και υπομονή. Και πίστη. Κι αν είστε τυχεροί και αισιόδοξοι, ένα να θυμάστε: "τα όνειρα κάποτε βγαίνουν αληθινά".

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Αλήθεια vs ονείρων

Αλήθεια vs ονείρων, 1930
  
«Κι όμως αγαπούσα τη ζωή, αλλά πάντα αυτή μού παιρνε ό,τι άλλο αγαπούσα. Μου έλειπε πάντα μια καρδιά που να πονή για μένα. Κι ήταν δύσκολο, δύσκολο πολύ να ζω μονάχη μου μεσ’ ένα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στα μικρά της ζωής και στο τίποτα. Ήμουνα σαν παράσιτο, σαν μαύρο ξωτικό που έχασε το δρόμο κι αντί να ταξιδέψει στον ονειροκόσμο του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαρειά. Εγέλασα. Αλήθεια ήταν! Aν μάντεψε την ψυχή μου, καλά την oνόμασε χήρα…
Είναι που θα παρακαλούσαν να είχαν ζήσει στην εποχή μου. Εγώ, θά θελα να ζήσω σε κάποιαν άλλην εποχή. Έζησα ανάμεσα σε μια γενειά ηττημένη. Κάποιοι από μας κάναν τον πόνο στίχο, την οργή τραγούδι, αλλά κανείς δεν τόλμησε… - ούτ’ από μας ούτ’ απ’ τους άλλους - δεν τόλμησε να ξεφύγει απ’ το χαραγμένο μονοπάτι, δεν τόλμησε να πει ό,τι στ’ αλήθεια σκεφτότανε, δεν τόλμησε να κάνει ό,τι στ’ αλήθεια ήθελε να κάνει». -Μαρία Πολυδούρη


Αλήθεια vs ονείρων, 1976

«Και τα πουλιά μου δεν ήρθανε πια -δεν είναι να ξαναρθούνε, το ξέρω. Και σηκώνομαι ωστόσο και φεύγω πάλι. Δεν έχω δέντρο. Είναι ένας τόπος ερημικός και χέρσος κι αγριωπός εδώ παρακάτω. Εκεί πάω. Και το βάζω πάλι το κεφάλι μου μέσα στα χέρια μου και κάθομαι κουβαριασμένη, όπως πρώτα, σα να 'τανε να 'ρθουνε πάλι. Κάποτε, στην αρχή, μου φάνηκε μια στιγμή πως τ' άκουσα πάλι το βούισμα τους, πως ήταν να 'ρθουνε. Και δεν ήταν, δεν ήρθαν - μα να τ'ανοίξω τα μάτια μου δεν τολμούσα. Φοβόμουνα πως θα τα δω γύρω μου σκοτωμένα. 
Και πάω και τώρα. Σ'αυτόν τον ίδιο τον τόπο. Δεν τα περιμένω -και πάω. Και δεν φοβάμαι ν'ανοίξω τα μάτια μου να τα δω σκοτωμένα - τα 'χω σκοτωμένα μέσα μου». -Δημήτρης Χατζής μέσω της "Αναστασίας"

Αλήθεια vs ονείρων, 2011

Γιατί λοιπόν ονειρεύονται οι άνθρωποι; (Όσοι ονειρεύονται δηλαδή). Είναι γιατί υπάρχει η αλήθεια. Υπάρχει η σκληρή αλήθεια τούτου του κόσμου. Κι όσο δυνατός κι αν είσαι έχεις ανάγκη να ονειρεύεσαι, να πλάθεις ένα κόσμο έξω από αυτή την συχνά πικρή αλήθεια. Είναι τότε που αρχίζεις να ζεις μες τον "ονειρόκοσμό"σου, παρέα με τα πουλιά σου. Ή ζεις προσμένοντας και ελπίζοντας για το ιδανικό, όπως το 'χεις δουλεμένο μέσα σου. Κι όμως, κάπου εδώ, νομίζω ότι χρειάζεται να κάνουμε ένα σημαντικό διαχωρισμό ανάμεσα στην αλήθεια και στα όνειρα. Αλήθεια είναι αυτό που βιώνεις. Όνειρο είναι αυτό που φαντάζεσαι. Οπότε, αυτά τα δύο δεν συμπίπτουν. Υπάρχουν άνθρωποι που το καταφέρνουν και αυτά τα δυο τα κάνουν ένα. Γίνεται κι αυτό κάποτε. Άλλες φορές πάλι, τα όνειρα μένουν απλά όνειρα -γι'αυτό εξάλλου ονομάζονται όνειρα κι όχι αλήθεια. Κι ακόμη, μη σας γελούν οι εποχές. Μόνο αυτές αλλάζουν. Οι άνθρωποι ποτέ. Γιατί πάντα θα υπάρχουν αυτοί που ονειρεύονται, εκείνοι που φοβούνται την ίδια τους τη σκιά, οι ζωντανοί-νεκροί, οι ηττημένοι... Κι όλοι θα την εζήσουνε τη ζωή, έστω και διαφορετικά. Μα, είναι αυτή η κάποια διαφορά που θα της δώσει ή όχι το νόημα. Και ξέρετε, η ζωή δε θα 'πρεπε να μετριέται με τα χρόνια... Μονάχα με τις στιγμές που έζησες ή ακόμη, με εκείνα τα όνειρα που σε βοήθησαν να διατηρήσεις την ανθρώπινή σου υπόσταση, γιατί όντας άνθρωποι μόνο ως τέτοιοι μπορούμε να ζούμε.

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Θέλω, δε θέλω...

Έϊ φίλε, τι σου συμβαίνει;
Ναι σε σένα μιλώ, σε σένα που σε κουβαλώ μαζί μου όλη μου τη ζωή.
Τι σε εκπλήσσει περισσότερο από όλα όσα βλέπεις και ακούς;
Δεν είναι λέξεις που τις ξανάκουσες;
Δεν είναι λέξεις που τις σιχάθηκες και λέξεις των οποίων το νόημα κατάλαβες πρακτικά;
Γιατί συνεχίζουν λοιπόν ν'ανάβουν τα λαμπάκια σου στο άκουσμα τους; Γιατί είναι τόσο περήφανα τα αυτιά σου ώστε  να μην τις ανέχονται;
Να σου πω έγω γιατί. Γιατί για σένα αδιαφορία σημαίνει απαξίωση. Σημαίνει "δεν ασχολούμαι" και άρα δεν μπαίνω στον κόπο να μάθω τι σόϊ τύπος είσαι γιατί απλώς δε με νοιάζει. Και ωραία, εσένα σε πειράζει αυτό. Και ποιον δεν τον πειράζει όμως; Ναι ναι, σε όποιον αρέσουμε και για τους άλλους δε θα μπορέσουμε κι άλλες τέτοιες βλακείες. Η ενόχληση μένει. Κι αυτή είναι το λιγότερο. Γιατί όταν εσύ μιλάς για "ενόχληση" εννοείς ότι αυτό σε πληγώνει. Κι ύστερα θυμάσαι κάτι που σου έλεγε κάποιος σε περασμένα χρόνια: "Από τη στιγμή που έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες δεν υπάρχει κανένας λόγος να στεναχωριέσαι και να σκοτίζεσαι. Έδωσες ό,τι είχες". Και ας υποθέσουμε ότι είσαι προετοιμασμένος και γι'αυτό. Ότι δηλαδή εσύ θα βάλεις τα δυνατά σου και και θα προσπαθείς κάθε μέρα όσο μπορείς με επιμονή και υπομονή και θα είσαι αισιόδοξος. Ερώτημα: Πότε ξέρεις στα αλήθεια ότι αυτό που έδωσες ήταν το καλύτερο που είχες; Και έπειτα, ακόμα κι αν έτσι νιώσεις, αν  δηλαδή φτάσεις στο σημείο να κουραστείς από την... προσπάθεια πώς γίνεται να το παίξεις τόσο άνετος ώστε να πεις "αυτό ήταν και τέλος;"
Σε ενοχλεί ακόμη, η επιφάνεια. ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ, μπουχτίσαμε. Από επιφάνεια άλλο τίποτε. Θέλεις να νιώθεις και να εκφράζεσαι και να σπαταλάς όλη σου την ενέργεια πάνω σε αυτό. Πιο πολύ κουράζεσαι προσπαθώντας να κρυφτείς από τους άλλους, από τον εαυτό σου, από την αλήθεια και γενικώς από οτιδήποτε κυκλοφορεί εκεί έξω. Κι αν αρνηθείς να ζήσεις μες το "μυστήριο", οι άλλοι μεμιάς θα σου κολλήσουν ταμπελίτσα. Θα 'σαι η "τρελλή που ζει στην κοσμάρα της", "η ιδεαλίστρια και μη πρακτική", θα 'σαι μια "κακόγουστα ρομαντική". Αυτό βέβαια, λίγο σε νοιάζει.
Βαρέθηκες να σε απασχολεί τι θα πει ο ένας και τι θα πει ο άλλος. Εκείνοι δε σε ξέρουν -και ούτε πρόκειται να σε μάθουν-. 
"Θέλω επιτέλους να μπορώ να λέω ότι ζω και όχι ότι σχεδόν επιβιώνω. Δε θέλω απλώς να τα βγάζω πέρα και να... "περνώ". Θέλω να είμαι αληθινή και το ίδιο αληθινοί να είναι και οι γύρω μου. Δε θέλω να μαντεύω τι θέλεις να πεις με έκεινο και τι εννοείς με το άλλο. Προτιμώ να ξέρω την αλήθεια, την αλήθεια του καθενός όποια κι αν είναι, όπως κι αν είναι. Τότε ίσως μπορέσω να πω ότι μιλώ πραγματικά με ανθρώπους και όχι με ηθοποιούς που φοράνε μάσκες και παίζουν κάποιο ρόλο-πάντα στο ίδιο σκηνικό, πάντα με τις ίδιες τυπικές ατάκες-. Από αυτά, χόρτασα, όχι άλλα πια.
Θέλω να ξέρω την αλήθεια κάθε στιγμή, κάθε λεπτό και ας πονά. Θέλω επίσης, να ξέρω αν είμαι σημαντική για σένα και για σένα και για σένα, όχι γιατί αυτό θα ακουστεί ωραίο και όμορφο στα αυτιά μου, θέλω όμως να το ξέρω για να μπορώ ελεύθερα να χωθώ στην αγκαλιά σου χωρίς να σκέφτομαι αν είναι σωστό ή λάθος, αν πρέπει ή αν δεν πρέπει, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς άλλα "όχι" και "μη". Μόνο τότε θα ξέρω ότι κι αυτή η αγκαλιά θα περιέχει μια δόση αλήθειας και μόνο τότε θα 'χει αξία να στη δώσω. Γιατί ό,τι κάνω δεν το κάνω μόνο για εμένα -αν λειτουργούσα έτσι τότε θα ζούσα το μεγαλύτερο ψέμα, όλη μου η ζωή θα ήταν ένα ψέμα-. Ό,τι κάνω, θέλω να το κάνω έχοντας επίγνωση ότι το κάνω και για σένα, ότι σε ευχαριστεί και εσένα. Δε θέλω να χτίζω παλάτια στην άμμο που σαν ανοίξω τα μάτια μου θα γκρεμιστούν, θέλω όμως να χτίσουμε γερά θεμέλια αλήθειας πάνω στη Γη. Τότε θα έχω τουλάχιστον έναν ακόμη "μάρτυρα" αυτής της αλήθειας. Τότε θα ξέρουμε ότι η αλήθεια είναι δώρο και όχι κατάρα -αν ξέρεις πώς να την χειριστείς-."

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Διλήμματα.

Αυτή η κοπέλα έπρεπε να βρίσκεται αιωνίως σε δίλημμα! Δε γινόταν αλλιώς, όλο και με κάτι θα αμφιταλαντευόταν. Κι όταν η κατάσταση ήταν τέτοια, ώστε να μην έλεγε να πάρει μια απόφαση, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να στρέφει την προσοχή της κάπου άλλου -συνήθως άκουγε μουσική για να ηρεμήσει- με την ελπίδα ότι έτσι θα έπαυε να ακούει τις σκέψεις που αντηχούσαν στα αυτιά της.
Ήθελε πολύ να του γράψει και να τον ρωτήσει... Διάφορα. Αυτό βέβαια, της είχε συμβεί πάμπολλες φορές. Η επιθυμία της να επικοινωνήσει μαζί του δηλαδή. Κι όμως, υπήρχαν μέρες που δεν έλεγε να πάρει την απόφαση και να το κάνει. Πάντα κάτι την εμπόδιζε -οι συνηθισμένες εσωτερικές διαμάχες-.
Συνέχιζε να προσπαθεί όμως, και με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο πίστευε ότι κατάφερνε να του μιλήσει. Ακόμα κι αν δεν το έκανε με λόγια, ακόμα κι αν του έριχνε απλώς μια κλεφτή ματιά. Της έδινε συνήθως την εντύπωση ότι καταλάβαινε. Αυτό την ανακούφιζε λίγο.
Της είχε όμως δημιουργήσει πολλά ερωτηματικά κάτι που έτυχε να πει ορισμένες φορές. Ότι "δεν την ήξερε καλά". Στην αρχή θεώρησε ότι είχε δίκαιο από κάποια άποψη. Δεν την έβλεπε εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, και πάντα υπήρχε κάποιος περιορισμός στην συναναστροφή τους. Αυτό, ήταν γεγονός. Αδιαμφισβήτητη αλήθεια δηλαδή. Κι όμως, υπήρχε κάτι που εξακολουθούσε να μην της αρέσει στην πρόταση του. Γιατί τελικά, πότε μπορεί να πει κανείς ότι γνωρίζει τον άλλο καλά; Σαφώς όταν αποκτήσουν κοινά βιώματα και αντιμετωπίσουν διάφορα περιστατικά μαζί-ίσως και δυσκολίες-. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό-δεν είναι πάντα αυτό-. Είναι μερικές φορές που σου δημιουργείται η εντύπωση ότι ξέρεις πολύ καλά τον άλλο. Όχι με την έννοια των βιωμάτων, όχι επειδή ζήσατε πολλά μαζί. Από αυτή την όψη, όχι. Αλλά από μια άλλη πλευρά, εκείνη της διαίσθησης, του ενστίκτου, της "χημείας" ή τελοσπάντων εκείνης της απροσδιόριστης, αλλά ισχυρής δύναμης που σας ενώνει. Αυτό βέβαια, δεν ήξερε αν μπορούσε να είναι πάντα αμοιβαίο. Ήταν κι αυτό ένα θέμα. Οπότε και από αυτή την άποψη η πρόταση του έστεκε. Κι όμως, υπήρχε και μια τρίτη πλευρά, πέρα από τα βιώματα, πέρα από τις άγνωστες δυνάμεις, πέρα από τη γλώσσα του σώματος που έλεγε περισσότερα καμιά φορά. Υπήρχε η δική της πλευρά. Μια πλευρά που τον είχε αφήσει αρκετές φορές να δει, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα. Πώς μπορούσε να πιστεύει ότι δεν την ήξερε καλά; Θα έλεγα ότι είχε καταφέρει να μάθει πολλά πράγματα γι'αυτήν και η ίδια όμως, προσπαθούσε να είναι πιο προσιτή, για να μπορέσει να τη διαβάσει. Και τα κατάφερνε αρκετά καλά. Μπορεί να μην είχε ανακαλύψει τον πυρήνα των σκέψεων της ακόμη, αλλά αυτό λίγη σημασία είχε. Σημασία είχε ότι επικοινωνούσαν. Και που κάθε φορά ανακάλυπταν κάτι καινούριο, κάτι διαφορετικό -έτσι το έβλεπε-. Εξάλλου, ποτέ δεν μπορείς να γνωρίζεις κάποιον εντελώς. Ακόμα και οι πιο προβλέψιμοι άνθρωποι, μπορούν καμιά φορά να ανατρέψουν τα δεδομένα.
Δεν ήθελε να τον βλέπει σαν κάτι ξένο και απόμακρο -δεν τον ένιωθε έτσι-. Εξακολουθούσε βέβαια να διατηρεί αυτό το δικαίωμα εκείνος... Αλλά η ίδια, πάντοτε διακατεχόταν από την ακαταμάχητη επιθυμία να αφεθεί. Δεν της φάνηκε ποτέ σαν κάτι κακό. Μόνο όταν ρισκάρεις κερδίζεις. Υπάρχουν πάντοτε οι απώλειες βέβαια, και το ανοιχτό ενδεχόμενο να χάσεις. Αλλά αυτό δεν αποτελούσε ανασταλτικό παράγοντα για ό,τι κι αν έκανε. Αυτό το κορίτσι είχε πρόβλημα με ορισμένους μηχανισμούς που αφορούσαν την αυτοάμυνά της. Ήθελε να νιώθει ελεύθερη -ήθελε να του εκφράζει τις σκέψεις της, τη χαρά, την έκπληξη, το θαυμασμό, την απορία, ακόμη και τη λύπη της καμιά φορά- μόνο έτσι θεωρούσε ότι ήταν αληθινά ο εαυτός της, μόνο έτσι ένιωθε ότι απέδιδε τη γνησιότερη μορφή της ύπαρξης της σε μια σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων και μόνο έτσι ήταν έντιμη απέναντι του. Ούτως ή άλλως, αυτό το είχαν ξεκαθαρίσει από την αρχή-ότι δηλαδή θα ήταν οι εαυτοί τους.

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Στον καθρέφτη.


Καθώς περιεργαζόταν το πρόσωπο εκείνο που έβλεπε στον καθρέφτη, μια χιονοθύελλα σκέψεων άρχισε να την κατακλύζει.
"Όσο μεγαλώνω, τόσο με πιέζει ο χρόνος. Μου έχουν λείψει τα χρώματα της ζωής. Οι εποχές που έκαιγε μέσα μου μια φλόγα. Οι απερίσκεπτες μου πράξεις. Α-πε-ρι-σκε-ψί-α. Χωρίς να επικεντρώνομαι στην ασφάλεια και την ορθότητα της λογικής. Χωρίς άλλες στροφές και περιστροφές."
Συνέχισε να βλέπει μέσα στον καθρέφτη και παρόλο που τώρα είχε αρχίσει να παίρνει μια παράξενη τροπή αυτή η εξερεύνηση, συνέχισε να δέχεται το κάλεσμα των σκέψεων. Σκέψεις που ούρλιαζαν, τόσο έντονες ήταν. Εξακολουθούσε να βλέπει μέσα το είδωλο εκείνο και έμενε ψύχραιμη ακόμη.
"Μου έχει λείψει η ανεμελιά και η ξεγνοιασιά. Έχω πεθυμήσει ν'ανεβώ σ'ένα σύννεφο και να ξενυχτήσω εκεί ονειροπολώντας. Μου έχει λείψει το μυστήριο και η αγωνία. Όχι όμως η αναμονή. Αυτή δε μου'χει λείψει καθόλου. Αυτή μ'έχει κατασπαράξει και σιγά σιγά καταφέρνει να μου παίρνει μακρυά ό,τι πιο πολύτιμο έχω."
Ξαφνικά, άρχισε να νιώθει περίεργα. Δεν ήξερε ποιος μιλούσε κι αυτό τη φόβιζε. Μπορούσε να διακρίνει μια αλλιώτικη έκφραση στο πρόσωπο εκείνο ξαφνικά. Της φαινόταν πιο τραχύ και μαζεμένο. Τόσο μαζεμένο που μόνο την ανησυχία και το φόβο μπορούσε να ξεχωρίσει πάνω του. Συνέχισε όμως, να το κοιτά, με απορία τώρα.
"Μου έχει λείψει ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη και μια κουβέντα, ότι "όλα θα πάνε καλά", έστω κι αν δεν είναι η αλήθεια. Αυτά τα ψέματα, μου έχουν λείψει."
Δειλά και αταίριαστα, ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη του προσώπου που τόση ώρα αντίκρυζε. Κάτι θυμήθηκε. Και η φωνή συνέχιζε.
"Μου έχει λείψει το χαμόγελο σου. Εσένα, κι εσένα και 'σενα... Μα, δε μιλώ συγκεκριμένα. Μου λείπει ένα χαμόγελο που θα μ'αναστατώνει και θα με γεμίζει, ένα έξυπνο χαμόγελο που θα λέει πολλά και ταυτόχρονα θα κρύβει πολλά. Ένα χαμόγελο, που θα σημαίνει πολλά περισσότερα από ένα απλό, συνηθισμένο χαμόγελο."
Με την άκρη του ματιού της, τόλμησε να κοιτάξει ξανά στον καθρέφτη. Έβλεπε ανάμεικτες και άχαρες εκφράσεις, αψυχολόγητες. Γι'αυτό συνέχισε να εμπιστεύεται τη φωνή που άρχισε να γίνεται πιο απαλή.
"Μου έχει λείψει επίσης, ο ενθουσιασμός, εκείνος που δεν μπορείς κι ούτε θέλεις να κρύψεις και τα επιδέξια πειράγματα των άλλων για το πόσο χαζή φαίνεται η έκφραση σου. Μου έχουν λείψει τα απρόσμενα ταρακουνήματα, το αίσθημα της Γης να φεύγει κάτω απ'τα πόδια σου και το όμορφο πέσιμο. Το πέσιμο που δε θα σε πονέσει, γιατί, γνωρίζεις ότι βρίσκεται κάποιος εκεί που θα σε σηκώσει με προσοχή και φροντίδα.
Μου έχουν λείψει οι νύχτες πάνω απ'το τηλέφωνο, η γλυκιά προσμονή, η επιγνώση ότι θα χτυπήσει από λεπτό σε λεπτό και θ'ακουστεί μια φωνή γνώριμη από την άλλη γραμμή."
Το πρόσωπο τώρα, της φαινόταν πιο θολό, τα μάτια, πιο συρρικνωμένα.
"Μου έχει λείψει μια τέτοια φωνή. Μια φωνή τόσο χαρακτηριστική, έτσι που να την ξεχώριζα ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλων φωνών σε όποιο μέρος του πλανήτη κι αν βρισκόμουν. Μια φωνή που θα ήμουν "καταδικασμένη" να μην ξεχάσω ποτέ.
Μου έχει λείψει μια αγκαλιά ζεστή, μέσα στην οποία χάνεσαι και χάνεις...την αίσθηση του χρόνου και του τόπου. Σβήνεται κάθε είδους έγνοια, κάθε καημός και αγωνία. Κάθε κακή σκέψη χάνεται, φεύγει μακρυά... Τόσο μακρυά, που μόνο συναισθήματα ευγενικά σ'αγκαλιάζουν."
Αυτά έλεγε μέσα της η φωνή εκείνη. Και Εκείνη ένιωθε τα δάκρυα να κυλούν αργά, βασανιστικά. Όχι εκείνα που τις είχαν θολώσει τα μάτια πριν. Άλλα δάκρυα, πιο καυτά. Ένιωθε και μουδιασμένη, σαν ακρωτηριασμένη, ένιωθε. Σαν κάτι να της ξερίζωσαν από βαθιά μέσα της. Κι έπειτα, η απόλυτη σιωπή να βασιλεύει...

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Φθινοπώριασε...


 Ήταν μια όμορφη νύχτα. Απ'αυτές τις νύχτες που το γλυκό αεράκι σε αγκαλιάζει ζεστά και χαϊδεύει απαλά το πρόσωπο σου. Ο ουρανός, γεμάτος άστρα. Μια νύχτα όμορφη... Εκείνη ήταν έξω. Δε θα μπορούσε με τίποτα να στερήσει μια τέτοια νύχτα από τον εαυτό της. Περπατούσε με βήμα αργό και χάζευε γύρω της. Έβλεπε τον κόσμο που περνούσε- άλλοι βιαστικοί, άλλοι ν'απολαμβάνουν τη θεσπέσια νύχτα του φθινοπώρου εκείνου. Περπάτησε λίγο ακόμη και αποφάσισε να πάει στο καταφύγιο της.
 Η θάλασσα... Ακόμη κι αυτή έλαμπε περισσότερο τη νύχτα εκείνη. Σαν να σε προσκαλούσε. Κι εκείνη τ'άκουγε βαθιά μέσα της το κάλεσμα εκείνο. Ήξερε ότι έπρεπε να το αποδεχτεί εκείνο το βράδυ.
Κάθισε λοιπόν στην αμμουδιά κι άφησε τα γυμνά της πόδια να τα δροσίσει το νεράκι. Έκλεισε τα μάτια της και για μερικά λεπτά αφέθηκε στις μαγικές μελωδίες που δημιουργούσαν τα κύματα καθώς πάφλαζαν στους βράχους.
Δε βιαζόταν καθόλου τη νύχτα εκείνη. Κάθε λεπτό ήτανε θησαυρός. Το απολάμβανε. Γνώριζε όμως. Το άκουγε το κάλεσμα. Ήξερε ότι δεν μπορούσε ν'αποφύγει τις σκέψεις της που άρχισαν να ξυπνούν και να την αναζητούν. Ήξερε ότι έπρεπε να δει τη σκιά πίσω της και να σιγουρευτεί ότι ήταν μόνο μία.
Κι όμως, δε βιαζόταν. Η θάλασσα της κρατούσε συντροφιά κι έτσι δεν ένιωθε μόνη, αν και ήταν.
Την ώρα που άνοιξε τα βλέφαρα της το κατάλαβε.
Ευχήθηκε το θολό εκείνο πρόσωπο ν'αποκτούσε μια μορφή επιτέλους και να καθόταν εκεί, δίπλα της. Ν'αγνάντευαν παρέα την απέραντη θάλασσα.
Την πονούσε που ήταν έτσι εκείνη η νύχτα, μα περισσότερο φοβόταν για τις άλλες που θ'ακολουθούσαν.
Καθώς οι αναμνήσεις περνούσαν σαν φιλμάκι μπροστά στα μάτια της χαμογελούσε. Κι άλλοτε δάκρυα έβρεχαν το πρόσωπο της. Δάκρυα καυτά που την πονούσαν κι άλλοτε γλυκόπικρα δάκρυα που της επέτρεπαν να πάρει μια ανάσα. Τα μάτια της, γεμάτα νοσταλγία. Κι ένα παράπονο λες κι ήθελε να βγει από τα σφιγμένα της χείλη. Παράπονο γιατί άργησε να 'ρθει η σκιά και που μια τέτοια νύχτα ήτανε μόνη της. Μα δε σηκώθηκε να φύγει. Έμεινε εκεί-θα έμενε μέχρι την ανατολή του ήλιου- γιατί ήξερε ότι μόνο με το φως της μέρας θα μπορούσε πιο καθαρά να δει την αλήθεια και να την αποδεχτεί. Μια αλήθεια που την πονούσε και της έτρωγε τα σωθικά της.
Όσο κι αν το αρνιόταν, ήθελε να ξεθολώσει εκείνο το πρόσωπο, ήθελε να φανεί εκείνη η σκιά και να σμίξει με τη δικιά της. Δε ζητούσε τίποτα παραπάνω, μήτε πιο λίγο. Επιθυμούσε να πορευθεί μαζί με τη σκιά και όχι ν'αγωνίζεται να τη φτάσει. Μα ούτε και να μένει πίσω η άλλη σκιά ήθελε.
Δεν της το επέτρεπε η περηφάνεια της. Αδικίες δεν ήθελε. Γύρευε το ιδανικό κι ας ήξερε ότι το τίμημα της κόστιζε ακριβά. Και κάθε φθινόπωρο μόνη της θα κατέβαινε στην παραλία αν η σκιά δεν ερχόταν. Κι ας την έτρωγε το μαράζι κι ας πονούσε, την ευτυχία θα τη γνώριζε μόνο όταν θα την έβλεπε κατάματα την σκιά. Μόνο τότε. Όταν πλάϊ στα κύματα θα περπατούσαν σαν ίση προς ίση, χωρίς στολίδια, χωρίς ψέματα, χωρίς ενδοιασμούς. Μόνο με δυο ζευγάρια μάτια που θα τα φώτιζε το φως της σελήνης. Δυο ζευγάρια μάτια που θα κοίταζαν βαθιά μέσα στην ψυχή και θα διάβαζαν ολοκάθαρα την αλήθεια-και θα την ομολογούσαν...