Αν και δεν ήθελε να το παραδεχτεί, είχαν αλλάξει πολλά πράγματα από τότε.
Κυρίως όμως, αν και το αρνιόταν πεισματικά, είχε αλλάξει Εκείνη.
Είχαν αλλάξει πολλά πράγματα από τότε κι αυτό ήταν απόλυτα φυσιολογικό και αναμενόμενο. Η ζωή προχωρά, ο χρόνος κυλά και διάφορες αλλαγές επέρχονται.
Έβλεπε κι αντιμετώπιζε κάποιες καταστάσεις με άλλο μάτι, ίσως πιο ψύχραιμα, πιο δυναμικά.
Είχε μάθει να γίνεται πιο ανεχτική με πράγματα και καταστάσεις που την ενοχλούσαν -όπως κάθε σοβαρός ενήλικας.
Δεν παραπονιόταν εύκολα, δεν ανοιγόταν εύκολα, όχι σε όλους τουλάχιστον, μάλλον σε ελάχιστους -σε πολύ λιγότερους σε σχέση με πριν.
Προτίμησε την εσωστρέφεια και εκεί μέσα, συνέχιζε να διατηρεί τον κόσμο της, ο οποίος αν και φαινόταν διαφορετικός, δεν ήταν.
Τα συναισθήματα της συνέχιζαν να παραμένουν εκεί. Όχι το ίδιο αγνά όπως παλιά ίσως, ούτε τόσο ανεπηρέαστα. Όμως ήταν εκεί, έντονα και δυνατά. Υπήρχε μια πλευρά μέσα της που ήθελε απεγνωσμένα να τρέξει πίσω... Πίσω στην τρέλα, το δόσιμο και τον αυθορμητισμό. Ίσως και την απερισκεψία. Την ανεμελιά. Υπήρχε μια πλευρά μέσα της που διψούσε για λίγη ακόμα ελευθερία, μια πλευρά που ήθελε να γευτεί τις χαρές της ζωής χωρίς διλήμματα και φραγμούς, χωρίς έγνοια για το μετά. Ένα κομμάτι ενός χαμένου εαυτού που ήθελε να μην υπολογίσει τίποτα και κανέναν, ένα κομμάτι που διψούσε για λίγες στιγμές ευτυχίας.
Τέτοια πράγματα όμως δεν είναι σοβαρά στον κόσμο ενός ενήλικα. Κι είχε αρχίσει να αλλάζει. Όλα αυτά που τόσο πεισματικά αρνιόταν πως θα της συνέβαιναν, έρχονταν αργά και αθόρυβα, ανεβαίνοντας τα σκαλάκια της συνείδησης της ένα-ένα και της θύμιζαν ότι δεν μπορούσε ποτέ πια ξανά να γίνει η ίδια που ήταν πριν. Έπρεπε να μάθει να ζει με τον νέο της εαυτό, εκείνον που υπολόγιζε, που νοιαζόταν, που ήθελε να δει εξώ από το δικό του εγώ. Τον εαυτό που ήταν περικυκλωμένος από αγαπημένους ανθρώπους, μια απαιτητική και πάντα επικριτική κοινωνία και όρια. Φραγμούς. Λογική. Όμως η λογική δε χωρούσε στο συναίσθημα. Δεν μπορούσε να χωρέσει, ήταν αδύνατον. Κι αυτό την προβλημάτιζε και την ανησυχούσε. Την έκανε να νιώθει άβολα, σχεδόν μετέωρη ανάμεσα σε δύο κόσμους, ανάμεσα σε δύο εαυτούς, ανάμεσα σε δύο επιλογές.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, ένιωθε τον χρόνο βαρύ πάνω στις πλάτες της, να την πιέζει, να της ψιθυρίζει αυστηρά μες το αυτί πως έπρεπε να πάρει μια απόφαση.
Όμως δεν ήταν έτοιμη ακόμα. Δεν ήξερε αν ήθελε να μεγαλώσει γιατί μες το μυαλό το δικό της είχε φυτευτεί η αντίληψη πως το να μεγαλώνεις είναι κάτι κακό. Φοβόταν πως όταν έμπαινες στον κόσμο των μεγάλων υπήρχαν πολλές ευθύνες, κυρίως απέναντι στους άλλους παρά απέναντι στον εαυτό σου. Κι έπρεπε να είσαι σοβαρός και σκληρός και άκαμπτος. Και θερμός υποστηρικτής της λογικής. Χωρίς ίχνος αθωότητας και ανεμελιάς, χωρίς την επιθυμία και τον χρόνο να αφεθείς, γιατί το να φέρεσαι σαν μικρό παιδί και το να αφήνεσαι σε καθιστά αφελή στον κόσμο των μεγάλων.
Τελικά, όσο πεισματικά κι αν το αρνιόταν ένιωθε την αλλαγή. Την ένιωθε σε απόσταση αναπνοής και κάθε μέρα την ένιωθε όλο και πιο κοντά. Είχε αρχίσει να γίνεται πιεστική και καταπιεστική και δεν είχε σκοπό να το κουνήσει αν δεν της άνοιγε την πόρτα. Υπήρχαν όμως ακόμα περιθώρια. Ήταν και εκείνη η πόρτα στο βάθος, η πόρτα της χάρας και της ανεμελιάς. Όποτε την πλησίαζε μπορούσε εύκολα να ακούσει και να αναγνωρίσει τις μελωδίες μιας άλλοτε ένδοξης εποχής. Συχνά έμπαινε στον πειρασμό και την μισάνοιγε όμως δεν τολμούσε να κάνει ούτε ένα βήμα πιο μπροστά. Γιατί το παράδοξο αυτής της πόρτας καθώς και του περιεχομένου της ήταν πως σε έπαιρνε πίσω, όσο βήματα κι αν έκανες μπροστά. Ήταν δηλαδή μια τετελεσμένη ψευδαίσθηση.
Υπήρχαν ακόμη και τα παράθυρα, πιο ευκρινή και καθαρά από τις πόρτες σίγουρα. Ήταν αυτά που της επέτρεπαν να δει την πραγματικότητα. Την κατάσταση στο τώρα. Και στο τώρα έβλεπε μια φρουτοσαλάτα κι ένα μπέρδεμα. Μια ανακατωσούρα. Τουλάχιστον όμως μπορούσε να δει καθαρά.
Κι αν και μισούσε τα μπερδέματα και την αβεβαιότητα, αυτή την στιγμή τα προτιμούσε γιατί της έδιναν χρόνο, αυτό που χρειαζόταν περισσότερο από όλα. Μόνο αυτόν θα εμπιστευόταν από εδώ και στο εξής, μόνο στα δικά του κελεύσματα θα ανταποκρινόταν. Και μόνο αυτός θα αποφάσιζε για Εκείνην πότε θα ήταν ο κατάλληλος καιρός να ανοίξει ή να κλείσει τις πόρτες της ζωής.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκείνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκείνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014
Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011
Εκείνη: ένα Φθινόπωρο μετά
Την είδα ψες το βράδυ... Βρισκόταν ακριβώς στο ίδιο μέρος που την είχα αφήσει το περασμένο Φθινόπωρο. Εκείνη δεν με είχε δει. Έτσι το ήθελα, να μη με δει, σαν κάτι να μου έλεγε πως δε με είχε ανάγκη πια. Εντούτοις, ένιωθα πως έπρεπε να βρίσκομαι κάπου εκεί κοντά, έστω και αν δε θα με συναντούσε, ακόμα και αν έκανε τη σκέψη πως θα μπορούσε ποτέ να σβηστούν από το μυαλό μου οι εικόνες που μου εντυπώθηκαν ένα χρόνο πριν.
Ένα χρόνο μετά, λοιπόν, βρισκόμουν εκεί και την παρακολουθούσα.
Το σκηνικό ήταν απαράλλαχτο, λες και ο χρόνος είχε παγώσει για πάντα σ'εκείνη τη νύχτα, σ'εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ που την έβλεπα να κάθεται στην παραλία -σκεφτική, ταλαιπωρημένη, χλωμή, αδύναμη, με δύο μάτια που ζητούσαν απαντήσεις ουρλιάζοντας, δυο μάτια που φοβόμουν να τα βλέπω, γιατί έκρυβαν μια φλόγα που μ'έκαιγε και με τσουρούφλιζε. Θυμήθηκα ξανά πόση ντροπή ένιωθα που δεν μπορούσα να τους αποκριθώ.
Κι όμως, σαν κάτι να με κράταγε δέσμια, μου θύμισε το ραντεβού που δώσαμε -το ραντεβού που είχαμε συμφωνήσει για το ερχόμενο Φθινόπωρο. Όλο τον χρόνο που πέρασα μακριά της δεν έπαψα στιγμή να την σκέφτομαι. Με είχε τρομάξει η τελευταία μας συνάντηση. Τι πεισματάρικο κορίτσι ήταν! Ακόμα θυμάμαι τον αποφασιστικό τόνο στη φωνή της όταν μου δήλωνε πως θα την έβρισκα κάθε Φθινόπωρο κάπου εδώ, τριγύρω, ανάμεσα στα βότσαλα και στο νερό, ανάμεσα στην απεραντοσύνη της γαλάζιας θάλασσας και στο τίποτα που τη στοιχείωνε.
Θυμάμαι που πάσχιζα να την μεταπείσω, θυμάμαι πόσο απεγνωσμένα προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι στον ανθρώπινο κόσμο δεν υπάρχουν ούτε σκιές, ούτε φεγγαρόλουστα μονοπάτια, ούτε ζεστές φθινοπωρινές νύχτες! Μα τυγχαίνει να θυμάμαι και το βλέμμα της, ήρεμο και γαλήνιο, μετά από όσα είχαν ειπωθεί, μετά από τα καυτά δάκρυα που ξεχύθηκαν από τα βάθη της ψυχής της καθώς μου εκμυστηρευόταν τα πιο σκοτεινά της μυστικά. Δεν την είχα δει ποτέ ξανά έτσι. Γι'αυτό ανησυχούσα. Ανησυχούσα ότι ίσως είχε βγει εκτός τροχιάς, ότι είχε εγκαταλείψει την πραγματικότητα και ότι είχε αρχίσει να ζει στον φανταστικό κόσμο της τρέλας και των ονείρων όπου τα πάντα είναι πιθανά. Μιλούσε με τόση πραότητα λες κι οι εικόνες που μου περιέγραφε ήταν κάποιο βίωμα, κάποια ανάμνηση -τόσο αληθινές έμοιαζαν. Με μια τέτοια εικόνα ήλθα αντιμέτωπη λοιπόν.
Εκείνη... Ένα Φθινόπωρο μετά. Στο ίδιο μέρος όπως τα είχαμε συμφωνήσει πριν αποχαιρετιστούμε. Μου έδωσε μεγάλη χαρά και με συγκίνησε που ήταν πιστή στο ραντεβού της. Από την πρώτη κιόλας ματιά που της έριξα μπόρεσα να διακρίνω πόσο είχε αλλάξει.
Η αλλαγή της δεν είχε καμία σχέση με την εμφάνισή της. Αυτό που είχε αλλάξει ήταν ο τρόπος που κινείτο, η αίσθηση που άφηνε στον αιθέρα κάθε φορά που έκανε ένα βήμα για να περπατήσει, κάτι στην ατμόσφαιρα -η ενέργεια που εξέπεμπε, πώς να το πω; Αποφάσισα να μετακινηθώ λίγο για να μπορέσω πιο προσεχτικά να την παρατηρήσω. Πόσο λαμπερό μου φάνηκε το άλλοτε υποτονικό της πρόσωπο! Και πόσο πιο χαλαρές ήταν οι εκφράσεις του. Αν δε τη γνώριζα τόσο καλά θα 'βαζα όρκο πως επρόκειτο για κάποιο λάθος. Μα το Θεό, θα ορκιζόμουν πως είχε στείλει κάποιαν άλλη στη θέση της για να με δει! Είχαν ήδη περάσει δεκαπέντε λεπτά από την ώρα που είχαμε ορίσει για να συναντηθούμε αλλά δεν υπήρχε κανένα σημάδι ανησυχίας στο πρόσωπό της. Μήπως μ'είχε ξεχάσει ολότελα; Για μια στιγμή σκέφτηκα να κάνω εμφανή την παρουσία μου, αλλά προσπάθησα να συγκρατήσω τον ανυπόμονό μου εαυτό γι'ακόμη λίγο.
Περίμενα λοιπόν μέχρι που αντίκρισα την ίδια εκείνη εικόνα που μου περιέγραφε το περασμένο Φθινόπωρο. Και τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Το πρόσωπο... Δεν ήταν θολό πια. Το είδα με τα μάτια μου. Τον είδα να φτάνει από μακριά και να σιμώνει ολοένα και περισσότερο. Τι παράξενη ομορφιά που είχε... Λες κι είχε ξεπηδήσει από κάποιο παραμύθι, όπως ο Πρίγκιπας πάνω στο άσπρο άλογο. Κι ερχόταν κοντά της. Καθώς πλησίαζε διαπίστωνα ότι είχε ακριβώς την ίδια έκφραση με τη δικιά της. Ένα πλατύ χαμόγελο ήταν απλωμένο στα λεπτά του χείλη, λες κι είχε σχεδιαστεί απ'τον καλύτερο ζωγράφο. Και τότε σιγουρεύτηκα.
Καθώς έβλεπα την εικόνα να ολοκληρώνεται μπροστά στα μάτια μου, τα λόγια της "έπαιζαν" στο μυαλό μου -ξανά και ξανά- και τ'άκουγα δυνατά και καθαρά, όπως μου τα είχε προφέρει κάποτε η ίδια: "Επιθυμώ να πορευθώ μαζί με τη σκιά και όχι ν'αγωνίζομαι να τη φτάσω. Μα ούτε και να μένει πίσω θα ήθελα". Και όσο συνέχιζα να παρατηρώ, όλο και πιο πολύ επαληθεύονταν τα λόγια της -όλα ταίριαζαν κι ήταν ακριβώς όπως μου τα είχε περιγράψει άλλοτε -άραγε εκείνη γνώριζε; Καθόμουν και τους χάζευα για ώρες. Και μες τα μάτια μου δεν υπήρχε άλλο τίποτε εκτός από το είδωλο δύο σκιών. Έβλεπα δυο σκιές που πορεύονταν παράλληλα, δυο σκιές που κατευθύνονταν προς το φεγγαρόλουστο μονοπάτι πιασμένες χέρι-χέρι. Δυο σκιές που περπατούσαν πλάϊ στα κύματα σαν ίση προς ίση -χωρίς στολίδια, χωρίς ψέματα, χωρίς ενδοιασμούς. Μονάχα με δυο ζευγάρια μάτια που τα φώτιζε το φως της σελήνης. Δυο ζευγάρια μάτια που κοίταζαν βαθιά μέσα στην ψυχή και διάβαζαν ολοκάθαρα την αλήθεια -και την ομολογούσαν. Εκείνη την ίδια αλήθεια που την πονούσε, εκείνη την ίδια αλήθεια που έπρεπε να μπει σε προτάσεις και να γίνει καπνός και να εξαφανιστεί, γιατί μόνο έτσι θα έπαιρνε μια χαρούμενη τροπή το παραμύθι της ζωής της.
Την είδα ψες το βράδυ και σας το ομολογώ: τη ζήλεψα. Κι αν μου λείπει, ελπίζω ότι δε με ξέχασε. Κι αν μου λείπει, εύχομαι να της είμαι αχρείαστη. Μονάχα να την χαζεύω από μακριά και να γράφω για τις περιπέτειές της, μονάχα αυτό θέλω.
Την είδα ψες το βράδυ, εκείνη, ένα Φθινόπωρο μετά...
Υ.Γ. Love was their resistance.
Ένα χρόνο μετά, λοιπόν, βρισκόμουν εκεί και την παρακολουθούσα.
Το σκηνικό ήταν απαράλλαχτο, λες και ο χρόνος είχε παγώσει για πάντα σ'εκείνη τη νύχτα, σ'εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ που την έβλεπα να κάθεται στην παραλία -σκεφτική, ταλαιπωρημένη, χλωμή, αδύναμη, με δύο μάτια που ζητούσαν απαντήσεις ουρλιάζοντας, δυο μάτια που φοβόμουν να τα βλέπω, γιατί έκρυβαν μια φλόγα που μ'έκαιγε και με τσουρούφλιζε. Θυμήθηκα ξανά πόση ντροπή ένιωθα που δεν μπορούσα να τους αποκριθώ.
Κι όμως, σαν κάτι να με κράταγε δέσμια, μου θύμισε το ραντεβού που δώσαμε -το ραντεβού που είχαμε συμφωνήσει για το ερχόμενο Φθινόπωρο. Όλο τον χρόνο που πέρασα μακριά της δεν έπαψα στιγμή να την σκέφτομαι. Με είχε τρομάξει η τελευταία μας συνάντηση. Τι πεισματάρικο κορίτσι ήταν! Ακόμα θυμάμαι τον αποφασιστικό τόνο στη φωνή της όταν μου δήλωνε πως θα την έβρισκα κάθε Φθινόπωρο κάπου εδώ, τριγύρω, ανάμεσα στα βότσαλα και στο νερό, ανάμεσα στην απεραντοσύνη της γαλάζιας θάλασσας και στο τίποτα που τη στοιχείωνε.
Θυμάμαι που πάσχιζα να την μεταπείσω, θυμάμαι πόσο απεγνωσμένα προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι στον ανθρώπινο κόσμο δεν υπάρχουν ούτε σκιές, ούτε φεγγαρόλουστα μονοπάτια, ούτε ζεστές φθινοπωρινές νύχτες! Μα τυγχαίνει να θυμάμαι και το βλέμμα της, ήρεμο και γαλήνιο, μετά από όσα είχαν ειπωθεί, μετά από τα καυτά δάκρυα που ξεχύθηκαν από τα βάθη της ψυχής της καθώς μου εκμυστηρευόταν τα πιο σκοτεινά της μυστικά. Δεν την είχα δει ποτέ ξανά έτσι. Γι'αυτό ανησυχούσα. Ανησυχούσα ότι ίσως είχε βγει εκτός τροχιάς, ότι είχε εγκαταλείψει την πραγματικότητα και ότι είχε αρχίσει να ζει στον φανταστικό κόσμο της τρέλας και των ονείρων όπου τα πάντα είναι πιθανά. Μιλούσε με τόση πραότητα λες κι οι εικόνες που μου περιέγραφε ήταν κάποιο βίωμα, κάποια ανάμνηση -τόσο αληθινές έμοιαζαν. Με μια τέτοια εικόνα ήλθα αντιμέτωπη λοιπόν.
Εκείνη... Ένα Φθινόπωρο μετά. Στο ίδιο μέρος όπως τα είχαμε συμφωνήσει πριν αποχαιρετιστούμε. Μου έδωσε μεγάλη χαρά και με συγκίνησε που ήταν πιστή στο ραντεβού της. Από την πρώτη κιόλας ματιά που της έριξα μπόρεσα να διακρίνω πόσο είχε αλλάξει.
Η αλλαγή της δεν είχε καμία σχέση με την εμφάνισή της. Αυτό που είχε αλλάξει ήταν ο τρόπος που κινείτο, η αίσθηση που άφηνε στον αιθέρα κάθε φορά που έκανε ένα βήμα για να περπατήσει, κάτι στην ατμόσφαιρα -η ενέργεια που εξέπεμπε, πώς να το πω; Αποφάσισα να μετακινηθώ λίγο για να μπορέσω πιο προσεχτικά να την παρατηρήσω. Πόσο λαμπερό μου φάνηκε το άλλοτε υποτονικό της πρόσωπο! Και πόσο πιο χαλαρές ήταν οι εκφράσεις του. Αν δε τη γνώριζα τόσο καλά θα 'βαζα όρκο πως επρόκειτο για κάποιο λάθος. Μα το Θεό, θα ορκιζόμουν πως είχε στείλει κάποιαν άλλη στη θέση της για να με δει! Είχαν ήδη περάσει δεκαπέντε λεπτά από την ώρα που είχαμε ορίσει για να συναντηθούμε αλλά δεν υπήρχε κανένα σημάδι ανησυχίας στο πρόσωπό της. Μήπως μ'είχε ξεχάσει ολότελα; Για μια στιγμή σκέφτηκα να κάνω εμφανή την παρουσία μου, αλλά προσπάθησα να συγκρατήσω τον ανυπόμονό μου εαυτό γι'ακόμη λίγο.
Περίμενα λοιπόν μέχρι που αντίκρισα την ίδια εκείνη εικόνα που μου περιέγραφε το περασμένο Φθινόπωρο. Και τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Το πρόσωπο... Δεν ήταν θολό πια. Το είδα με τα μάτια μου. Τον είδα να φτάνει από μακριά και να σιμώνει ολοένα και περισσότερο. Τι παράξενη ομορφιά που είχε... Λες κι είχε ξεπηδήσει από κάποιο παραμύθι, όπως ο Πρίγκιπας πάνω στο άσπρο άλογο. Κι ερχόταν κοντά της. Καθώς πλησίαζε διαπίστωνα ότι είχε ακριβώς την ίδια έκφραση με τη δικιά της. Ένα πλατύ χαμόγελο ήταν απλωμένο στα λεπτά του χείλη, λες κι είχε σχεδιαστεί απ'τον καλύτερο ζωγράφο. Και τότε σιγουρεύτηκα.
Καθώς έβλεπα την εικόνα να ολοκληρώνεται μπροστά στα μάτια μου, τα λόγια της "έπαιζαν" στο μυαλό μου -ξανά και ξανά- και τ'άκουγα δυνατά και καθαρά, όπως μου τα είχε προφέρει κάποτε η ίδια: "Επιθυμώ να πορευθώ μαζί με τη σκιά και όχι ν'αγωνίζομαι να τη φτάσω. Μα ούτε και να μένει πίσω θα ήθελα". Και όσο συνέχιζα να παρατηρώ, όλο και πιο πολύ επαληθεύονταν τα λόγια της -όλα ταίριαζαν κι ήταν ακριβώς όπως μου τα είχε περιγράψει άλλοτε -άραγε εκείνη γνώριζε; Καθόμουν και τους χάζευα για ώρες. Και μες τα μάτια μου δεν υπήρχε άλλο τίποτε εκτός από το είδωλο δύο σκιών. Έβλεπα δυο σκιές που πορεύονταν παράλληλα, δυο σκιές που κατευθύνονταν προς το φεγγαρόλουστο μονοπάτι πιασμένες χέρι-χέρι. Δυο σκιές που περπατούσαν πλάϊ στα κύματα σαν ίση προς ίση -χωρίς στολίδια, χωρίς ψέματα, χωρίς ενδοιασμούς. Μονάχα με δυο ζευγάρια μάτια που τα φώτιζε το φως της σελήνης. Δυο ζευγάρια μάτια που κοίταζαν βαθιά μέσα στην ψυχή και διάβαζαν ολοκάθαρα την αλήθεια -και την ομολογούσαν. Εκείνη την ίδια αλήθεια που την πονούσε, εκείνη την ίδια αλήθεια που έπρεπε να μπει σε προτάσεις και να γίνει καπνός και να εξαφανιστεί, γιατί μόνο έτσι θα έπαιρνε μια χαρούμενη τροπή το παραμύθι της ζωής της.
Την είδα ψες το βράδυ και σας το ομολογώ: τη ζήλεψα. Κι αν μου λείπει, ελπίζω ότι δε με ξέχασε. Κι αν μου λείπει, εύχομαι να της είμαι αχρείαστη. Μονάχα να την χαζεύω από μακριά και να γράφω για τις περιπέτειές της, μονάχα αυτό θέλω.
Την είδα ψες το βράδυ, εκείνη, ένα Φθινόπωρο μετά...
Υ.Γ. Love was their resistance.
Κατηγορίες:
Αναμνήσεις,
Εκείνη
Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011
Ξεθάβοντας κομμάτια από έναν (περασμένο) εαυτό
Ημερολογίου απόκομμα, γραμμένο την εικοστή-δεύτερη ημέρα του Νοεμβρίου σε περασμένα χρόνια, ώραν εννέα και είκοσι-εννέα λεπτά του πρωινού:
Σ'είχε βάλει παντού κι εκεί (στην καρδιά) κι εκεί (στο μυαλό), όμως δε σ'ένιωσε σαν ουσία. Μόνο σαν κάτι άπιαστο, κάτι μακρινό αλλά πάντα όμορφο. Ίσως ακριβώς γι'αυτό να έμαθε επιτέλους πώς να κρατά κάτι για πάντα στη ζωή της ακόμη κι αν στην πραγματικότητα δεν είναι εκεί. [...] Η απόσταση δε θα σε σβήσει, στο υπόσχομαι. Απλά θα σκοτώσει όλους αυτούς τους δαίμονες που την βασάνιζαν κι ίσως κι αυτούς να τους θυμάται νοσταλγικά.
Κατηγορίες:
Αναμνήσεις,
Εκείνη,
Νοσταλγία
Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011
Μονάχα εσείς
Πώς δεν αλλάζουν τα πράγματα -μάτια μου;
Είναι στροφή...
Στροφή, τριακόσιες-εξήντα μοίρες.
Κι όλα θα γίνουν στο πί και φί.
Αστραπιαία. Ακαριαία. Αιφνίδια.
Από το πιο μικρό, μέχρι το πιο μέγαλο, όλα θα αλλάξουν.
Το άπλετο φως θα μετατραπεί σε ένα τοπίο γκρίζο και μουντό.
Δε θα παραπονιέται για τη βροχή πια, αφού οι σταγόνες θα πέφτουν ασταμάτητα. Αυτές οι σταγόνες θα 'ναι μια πηγή νερού αστείρευτη. Θα τις ακούει που θα πέφτουν στο διψασμένο χώμα, θα τις νιώθει να βρέχουν το κορμί της και θα τις αισθάνεται όταν θα κατακλύζουν τη σκοτεινή ψυχή της.
Τίποτα από όλα αυτά δε θα τον θυμίζει.
Ακόμα κι όταν θα ελέγχει ασυναίσθητα το ρολόϊ της, οι δείκτες θα κινούνται σε άλλους ρυθμούς. Ποιος ξέρει, πώς θα κυλούν οι ώρες και τα λεπτά;
Οι άνθρωποι θα της μιλάνε μια άλλη γλώσσα. Στα αυτιά της, οι φθόγγοι των καινούριων λέξεων θα ηχούν παράξενα. Πουθενά δε θα βρίσκεται η δική του μελωδία. Θα μιλάνε μια άλλη γλώσσα, μια γλώσσα ξενική και φορτική που θα βουίζει όλη την ώρα στο κεφάλι της σαν κάτι άγνωστο. Θα τη μιλά κι εκείνη. Και σιγά-σιγά θα αλλάζει και θα μεταμορφώνεται. Άραγε όπως τις πεταλούδες που βγαίνουν από το κουκούλι τους; Ή μήπως θα μαράνει όπως μαραίνονται τ' απότιστα λουλούδια;
Τίποτα από όλα αυτά δε θα τον θυμίζει.
Κι όμως, στα διάφανα νερά της βροχής, κάτι μου λέει πως, θα τον βλέπει, κι ίσως ένα αταίριαστο χαμόγελο θα σκάει κάτω απ' τα χείλη της κρυφά.
Κι ίσως οι καινούριες λέξεις που θα ακούει, που θα σκέφτεται και που θα γράφει, ίσως αυτές να λύσουν τη γλώσσα της, που 'ναι δεμένη κόμπος, καιρό τώρα.
Εντούτοις, τίποτα από όλα αυτά δε θα δικαιολογεί τη θύμησή του.
Τίποτα, εκτός από τα μάτια της, γιατί "τα πάντα είναι θέμα οπτικής γωνίας".
Και μες στο δικό της βλέμμα, η όψη του έχει σφραγιστεί αιώνια.
Πώς δεν αλλάζουνε όλα... μάτια μου -μονάχα εσείς...
Είναι στροφή...
Στροφή, τριακόσιες-εξήντα μοίρες.
Κι όλα θα γίνουν στο πί και φί.
Αστραπιαία. Ακαριαία. Αιφνίδια.
Από το πιο μικρό, μέχρι το πιο μέγαλο, όλα θα αλλάξουν.
Το άπλετο φως θα μετατραπεί σε ένα τοπίο γκρίζο και μουντό.
Δε θα παραπονιέται για τη βροχή πια, αφού οι σταγόνες θα πέφτουν ασταμάτητα. Αυτές οι σταγόνες θα 'ναι μια πηγή νερού αστείρευτη. Θα τις ακούει που θα πέφτουν στο διψασμένο χώμα, θα τις νιώθει να βρέχουν το κορμί της και θα τις αισθάνεται όταν θα κατακλύζουν τη σκοτεινή ψυχή της.
Τίποτα από όλα αυτά δε θα τον θυμίζει.
Ακόμα κι όταν θα ελέγχει ασυναίσθητα το ρολόϊ της, οι δείκτες θα κινούνται σε άλλους ρυθμούς. Ποιος ξέρει, πώς θα κυλούν οι ώρες και τα λεπτά;
Οι άνθρωποι θα της μιλάνε μια άλλη γλώσσα. Στα αυτιά της, οι φθόγγοι των καινούριων λέξεων θα ηχούν παράξενα. Πουθενά δε θα βρίσκεται η δική του μελωδία. Θα μιλάνε μια άλλη γλώσσα, μια γλώσσα ξενική και φορτική που θα βουίζει όλη την ώρα στο κεφάλι της σαν κάτι άγνωστο. Θα τη μιλά κι εκείνη. Και σιγά-σιγά θα αλλάζει και θα μεταμορφώνεται. Άραγε όπως τις πεταλούδες που βγαίνουν από το κουκούλι τους; Ή μήπως θα μαράνει όπως μαραίνονται τ' απότιστα λουλούδια;
Τίποτα από όλα αυτά δε θα τον θυμίζει.
Κι όμως, στα διάφανα νερά της βροχής, κάτι μου λέει πως, θα τον βλέπει, κι ίσως ένα αταίριαστο χαμόγελο θα σκάει κάτω απ' τα χείλη της κρυφά.
Κι ίσως οι καινούριες λέξεις που θα ακούει, που θα σκέφτεται και που θα γράφει, ίσως αυτές να λύσουν τη γλώσσα της, που 'ναι δεμένη κόμπος, καιρό τώρα.
Εντούτοις, τίποτα από όλα αυτά δε θα δικαιολογεί τη θύμησή του.
Τίποτα, εκτός από τα μάτια της, γιατί "τα πάντα είναι θέμα οπτικής γωνίας".
Και μες στο δικό της βλέμμα, η όψη του έχει σφραγιστεί αιώνια.
Πώς δεν αλλάζουνε όλα... μάτια μου -μονάχα εσείς...
Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011
«Όσο μπορείς»
Tην είδα και πάλι σήμερα.
Φαινότανε ανήσυχη. Οι κινήσεις στο σώμα της, η έξαρση στην έκφραση του προσώπου της, τα πήγαινε-έλα της, τα πάντα "φώναζαν".
Αν δεν τη γνώριζα τόσο καλά, θα έβαζα με το μυαλό μου και θα ήμουν σίγουρη ότι κάτι αγωνιζόταν να βγει από μέσα της. Μα τυχαίνει να την ξέρω από πρώτο χέρι λες και την ήξερα από πάντα. Κι έτσι, ήμουν από τους λίγους που μπόρεσα να αντιληφθώ τι συνέβαινε.
Η ένταση, η αστάθεια στη φωνή της που εδώ και μέρες δεν έβγαινε με την ίδια ευκολία όπως παλιά, όλα με προβλημάτισαν. Μα πιο πολύ με προβλημάτισε εκείνο το βλέμμα στα μάτια της. Λες και έκανε ένα σωρό υπολογισμούς με τους οποίους δε θα 'βγαζε άκρη. Μα την ξέρω πιο καλά κι ήξερα τι σήμαιναν όλα αυτά.
Ήξερα ότι αυτές τις μέρες δεν περνούσε τίποτα απολύτως από το μυαλό της. Ήξερα πως όταν είχε κάπου στραμμένα τα μάτια της, το μόνο που κοίταζε ήταν το απόλυτο κενό. Δεν είχε τίποτα το αξιόλογο να πει, τίποτα να μοιραστεί και αυτό την έκανε να νιώθει στενάχωρα. Προτίμησε λοιπόν να κλειστεί μες το καβούκι της και να περιμένει μέχρι να περάσει κι αυτό. Αλλά πάντα την ένιωθα. Ένιωθα την αγωνία της, ήταν το μόνο πράγμα που ένιωθε τέτοιες περιόδους σαν κι αυτή.
Αγωνία για όλα γύρω της που άλλαζαν, μα πιο πολύ, αγωνία για εκείνα που άλλαζαν μέσα της. Γιατί όσο αλλότριο ένιωθε τον κόσμο που την περιστοίχιζε, άλλο τόσο ένιωθε και τον εαυτό της. Ξένο... Άγνωστο. Απρόσιτο. Και κάθε φορά ήταν το ίδιο. Κάθε φορά που ερχόταν ένα τέλος αρνιόταν να το δει. Κάθε φορά που κάτι άλλαζε γέμιζε η ψυχή της με φόβο. Κάθε φορά που έπρεπε να αλλάξει πορεία, να βαδίσει σε ένα καινούριο μονοπάτι, κάθε φορά, έτρεμε η ψυχή της. Πάντοτε οι ίδιες σκέψεις τριγυρνούσαν στο μυαλό της: αν έκανε το σωστό, αν έτσι έπρεπε να γίνει, τι θα έκανε έπειτα.
Ήθελε λοιπόν να χαθεί για λίγο. Ήθελε να γίνει αόρατη από όλους και από όλα, ακόμα και από τα φλογερά μάτια που την κοίταζαν -λιγότερο κι αυτά πια-, γιατί ένιωθε λίγη και άνοστη. Ένιωθε απαίσια με την ανημπόρια της: ούτε μια λέξη δεν μπόρεσε να αρθρώσει όπως θα ήθελε. Ένιωθε και πάλι πόσο φτωχά ήταν τα λόγια και πόσο ασήμαντα.
Ήθελε να βυθιστεί στη σιωπή της. Το κατάλαβα από τις λίγες προτάσεις που είπε σήμερα. Δεν ήξερε τίποτα, τα δεδομένα της είχαν όλα σβηστεί. Κι ένιωθε φόβο όντας περικυκλωμένη από ένα σωρό πληροφορίες, από σκόρπιες συζητήσεις που έμεναν μετέωρες, "μες την πολλή συνάφεια του κόσμου*" ένιωθε να πνίγεται... Δεν άνηκε πουθενά, μήτε στον ίδιο της τον εαυτό. Ένιωθε ξένη και αταίριαστη.
Δεν κατάφερα να βρω κάτι αξιόλογο να της πω κι έτσι ελπίζω ότι θα περάσει και αυτό όπως πέρασαν κι άλλα τόσα...
Φαινότανε ανήσυχη. Οι κινήσεις στο σώμα της, η έξαρση στην έκφραση του προσώπου της, τα πήγαινε-έλα της, τα πάντα "φώναζαν".
Αν δεν τη γνώριζα τόσο καλά, θα έβαζα με το μυαλό μου και θα ήμουν σίγουρη ότι κάτι αγωνιζόταν να βγει από μέσα της. Μα τυχαίνει να την ξέρω από πρώτο χέρι λες και την ήξερα από πάντα. Κι έτσι, ήμουν από τους λίγους που μπόρεσα να αντιληφθώ τι συνέβαινε.
Η ένταση, η αστάθεια στη φωνή της που εδώ και μέρες δεν έβγαινε με την ίδια ευκολία όπως παλιά, όλα με προβλημάτισαν. Μα πιο πολύ με προβλημάτισε εκείνο το βλέμμα στα μάτια της. Λες και έκανε ένα σωρό υπολογισμούς με τους οποίους δε θα 'βγαζε άκρη. Μα την ξέρω πιο καλά κι ήξερα τι σήμαιναν όλα αυτά.
Ήξερα ότι αυτές τις μέρες δεν περνούσε τίποτα απολύτως από το μυαλό της. Ήξερα πως όταν είχε κάπου στραμμένα τα μάτια της, το μόνο που κοίταζε ήταν το απόλυτο κενό. Δεν είχε τίποτα το αξιόλογο να πει, τίποτα να μοιραστεί και αυτό την έκανε να νιώθει στενάχωρα. Προτίμησε λοιπόν να κλειστεί μες το καβούκι της και να περιμένει μέχρι να περάσει κι αυτό. Αλλά πάντα την ένιωθα. Ένιωθα την αγωνία της, ήταν το μόνο πράγμα που ένιωθε τέτοιες περιόδους σαν κι αυτή.
Αγωνία για όλα γύρω της που άλλαζαν, μα πιο πολύ, αγωνία για εκείνα που άλλαζαν μέσα της. Γιατί όσο αλλότριο ένιωθε τον κόσμο που την περιστοίχιζε, άλλο τόσο ένιωθε και τον εαυτό της. Ξένο... Άγνωστο. Απρόσιτο. Και κάθε φορά ήταν το ίδιο. Κάθε φορά που ερχόταν ένα τέλος αρνιόταν να το δει. Κάθε φορά που κάτι άλλαζε γέμιζε η ψυχή της με φόβο. Κάθε φορά που έπρεπε να αλλάξει πορεία, να βαδίσει σε ένα καινούριο μονοπάτι, κάθε φορά, έτρεμε η ψυχή της. Πάντοτε οι ίδιες σκέψεις τριγυρνούσαν στο μυαλό της: αν έκανε το σωστό, αν έτσι έπρεπε να γίνει, τι θα έκανε έπειτα.
Ήθελε λοιπόν να χαθεί για λίγο. Ήθελε να γίνει αόρατη από όλους και από όλα, ακόμα και από τα φλογερά μάτια που την κοίταζαν -λιγότερο κι αυτά πια-, γιατί ένιωθε λίγη και άνοστη. Ένιωθε απαίσια με την ανημπόρια της: ούτε μια λέξη δεν μπόρεσε να αρθρώσει όπως θα ήθελε. Ένιωθε και πάλι πόσο φτωχά ήταν τα λόγια και πόσο ασήμαντα.
Ήθελε να βυθιστεί στη σιωπή της. Το κατάλαβα από τις λίγες προτάσεις που είπε σήμερα. Δεν ήξερε τίποτα, τα δεδομένα της είχαν όλα σβηστεί. Κι ένιωθε φόβο όντας περικυκλωμένη από ένα σωρό πληροφορίες, από σκόρπιες συζητήσεις που έμεναν μετέωρες, "μες την πολλή συνάφεια του κόσμου*" ένιωθε να πνίγεται... Δεν άνηκε πουθενά, μήτε στον ίδιο της τον εαυτό. Ένιωθε ξένη και αταίριαστη.
Δεν κατάφερα να βρω κάτι αξιόλογο να της πω κι έτσι ελπίζω ότι θα περάσει και αυτό όπως πέρασαν κι άλλα τόσα...
* Όσο μπορείς - Κωνσταντίνος Καβάφης
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου
όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011
Κανείς δεν πέθανε από αγάπη...
Υπάρχουν τόσα που δεν ξέρεις ακόμη. Τόσα που δε θα μάθεις ποτέ. Αυτά που έχει τόσο καλά καταφέρει να τα θάψει μέσα της σε τέτοιο σημείο που πραγματικά αμφιβάλλει αν όντως έγιναν. Δε στο κρύβω ότι τα καταφέρνει καλά σε αυτό -αναγκάστηκε να μάθει-. Κι έτσι πια, όλα της φαίνονται μια μακρινή ανάμνηση -σα να μην τα έζησε εκείνη, σα να μην τα έπραξε εκείνη- τόσο πολύ έχει αλλοτριωθεί από αυτά.
Όσο κυλά αίμα στις φλέβες της όμως θα συνεχίσει να νιώθει το δηλητήριο τους. Αυτή είναι η τιμωρία της. Να θυμάται. Έστω κι αν αυτό κατάφερε να το μειώσει, έστω κι αν κατάφερε να τα κρύψει όλα τόσο βαθιά μέσα της. Ποτέ δε θα μπορέσει να τους ξεφύγει. Θαρρεί πως δε θα σβηστούν. Κι αν έπαψε να νιώθει -θυμάται-. Θυμάται λοιπόν πώς ήταν κάποτε η ζωή. Της έχουν μείνει εξάλλου κατάλοιπα από εκείνο τον τελειωμένο εαυτό. Ξέρει πώς είναι ν'αγαπάς, να δένεσαι, να δίνεις, να δίνεις τα πάντα, όλη σου την ενέργεια και όλο σου το είναι. Ξέρει πώς είναι να πιστεύεις ότι ζεις για κάποιον, ξέρει πώς είναι να του αφιερώνεσαι ολοκληρωτικά. Τα θυμάται, έστω και χωρίς το συναίσθημα, θυμάται πως κάποτε ήξερε πώς έμοιαζαν όλα αυτά. Μα πιο πολύ θυμάται τη στιγμή που φεύγει. Έφυγε λοιπόν με το χειρότερο τρόπο. Θυμάται έναν εαυτό να καταρρέει, να πέφτει στα πατώματα κυριολεκτικά και να εύχεται να τελειώσει η ζωή του. Θυμάται πως έκλαιγε με λυγμούς το βράδυ -μόνο τότε μπορούσε-, θυμάται να τη γονατίζει ο πόνος, κυριολεκτικά, θυμάται τις σπασμωδικές της κινήσεις και ένα πόνο στην ψυχή της λες κι ήθελε να βγει από μέσα της για να λυτρωθεί. Θυμάται δάκρυα, καυτά δάκρυα, δάκρυα ποτάμι, θυμάται νύχτες που ήθελε να φωνάξει μα δεν μπορούσε, θυμάται το μαξιλάρι που το έπαιρνε σφιχτά στα χέρια της και το δάγκωνε με όλη της τη δύναμη, μη βγει η μιλιά της, μη λυγίσει και ουρλιάξει και την ακούσει κανείς μες τη νύχτα και διερωτηθεί. Θυμάται πως τα πέρασε όλα αυτά, πως νεκρώθηκε η ψυχή της, πόσο μαύρη την ένιωθε, πόσο τη σιχάθηκε, θυμάται πως περίμενε το θάνατο να 'ρθει να τη λυτρώσει, πίστευε ότι έκλεισε, ότι τέλειωσε, δεν ήθελε να δει τίποτα άλλο, μήτε να νιώσει, με τι δύναμη άλλωστε; Τη θυμάμαι απεγνωσμένη και θυμάμαι πως ένιωθε μόνη. Τη θαυμάζω κιόλας! Πώς τ'άντεξε και δε μίλησε; Πώς τα κατάφερε; Πού βρήκε την ψυχραιμία; Κι όμως, είναι ακόμα εδώ και έμαθε τώρα. Έμαθε ότι οι άνθρωποι πάνε και έρχονται. Έμαθε πως μπορεί ν'αγαπήσει όσο θέλει αλλά ξέρει τώρα, ξέρει ότι κανείς δεν πέθανε από αγάπη κι ούτε πρόκειται. Κι όμως, θυμάται ακόμη. Δε θα ξεχάσει ποτέ. Κι έτσι, πάντα θα νιώθει την ανάγκη να φεύγει εκείνη πια, μα δε θα φεύγει από δειλία μα μόνο γιατί θα θέλει πια να δει ποιος θα την ψάξει μες τον κόσμο αυτό που όλοι και όλα χάνονται...
Όσο κυλά αίμα στις φλέβες της όμως θα συνεχίσει να νιώθει το δηλητήριο τους. Αυτή είναι η τιμωρία της. Να θυμάται. Έστω κι αν αυτό κατάφερε να το μειώσει, έστω κι αν κατάφερε να τα κρύψει όλα τόσο βαθιά μέσα της. Ποτέ δε θα μπορέσει να τους ξεφύγει. Θαρρεί πως δε θα σβηστούν. Κι αν έπαψε να νιώθει -θυμάται-. Θυμάται λοιπόν πώς ήταν κάποτε η ζωή. Της έχουν μείνει εξάλλου κατάλοιπα από εκείνο τον τελειωμένο εαυτό. Ξέρει πώς είναι ν'αγαπάς, να δένεσαι, να δίνεις, να δίνεις τα πάντα, όλη σου την ενέργεια και όλο σου το είναι. Ξέρει πώς είναι να πιστεύεις ότι ζεις για κάποιον, ξέρει πώς είναι να του αφιερώνεσαι ολοκληρωτικά. Τα θυμάται, έστω και χωρίς το συναίσθημα, θυμάται πως κάποτε ήξερε πώς έμοιαζαν όλα αυτά. Μα πιο πολύ θυμάται τη στιγμή που φεύγει. Έφυγε λοιπόν με το χειρότερο τρόπο. Θυμάται έναν εαυτό να καταρρέει, να πέφτει στα πατώματα κυριολεκτικά και να εύχεται να τελειώσει η ζωή του. Θυμάται πως έκλαιγε με λυγμούς το βράδυ -μόνο τότε μπορούσε-, θυμάται να τη γονατίζει ο πόνος, κυριολεκτικά, θυμάται τις σπασμωδικές της κινήσεις και ένα πόνο στην ψυχή της λες κι ήθελε να βγει από μέσα της για να λυτρωθεί. Θυμάται δάκρυα, καυτά δάκρυα, δάκρυα ποτάμι, θυμάται νύχτες που ήθελε να φωνάξει μα δεν μπορούσε, θυμάται το μαξιλάρι που το έπαιρνε σφιχτά στα χέρια της και το δάγκωνε με όλη της τη δύναμη, μη βγει η μιλιά της, μη λυγίσει και ουρλιάξει και την ακούσει κανείς μες τη νύχτα και διερωτηθεί. Θυμάται πως τα πέρασε όλα αυτά, πως νεκρώθηκε η ψυχή της, πόσο μαύρη την ένιωθε, πόσο τη σιχάθηκε, θυμάται πως περίμενε το θάνατο να 'ρθει να τη λυτρώσει, πίστευε ότι έκλεισε, ότι τέλειωσε, δεν ήθελε να δει τίποτα άλλο, μήτε να νιώσει, με τι δύναμη άλλωστε; Τη θυμάμαι απεγνωσμένη και θυμάμαι πως ένιωθε μόνη. Τη θαυμάζω κιόλας! Πώς τ'άντεξε και δε μίλησε; Πώς τα κατάφερε; Πού βρήκε την ψυχραιμία; Κι όμως, είναι ακόμα εδώ και έμαθε τώρα. Έμαθε ότι οι άνθρωποι πάνε και έρχονται. Έμαθε πως μπορεί ν'αγαπήσει όσο θέλει αλλά ξέρει τώρα, ξέρει ότι κανείς δεν πέθανε από αγάπη κι ούτε πρόκειται. Κι όμως, θυμάται ακόμη. Δε θα ξεχάσει ποτέ. Κι έτσι, πάντα θα νιώθει την ανάγκη να φεύγει εκείνη πια, μα δε θα φεύγει από δειλία μα μόνο γιατί θα θέλει πια να δει ποιος θα την ψάξει μες τον κόσμο αυτό που όλοι και όλα χάνονται...
Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011
Διλήμματα.
Αυτή η κοπέλα έπρεπε να βρίσκεται αιωνίως σε δίλημμα! Δε γινόταν αλλιώς, όλο και με κάτι θα αμφιταλαντευόταν. Κι όταν η κατάσταση ήταν τέτοια, ώστε να μην έλεγε να πάρει μια απόφαση, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να στρέφει την προσοχή της κάπου άλλου -συνήθως άκουγε μουσική για να ηρεμήσει- με την ελπίδα ότι έτσι θα έπαυε να ακούει τις σκέψεις που αντηχούσαν στα αυτιά της.
Ήθελε πολύ να του γράψει και να τον ρωτήσει... Διάφορα. Αυτό βέβαια, της είχε συμβεί πάμπολλες φορές. Η επιθυμία της να επικοινωνήσει μαζί του δηλαδή. Κι όμως, υπήρχαν μέρες που δεν έλεγε να πάρει την απόφαση και να το κάνει. Πάντα κάτι την εμπόδιζε -οι συνηθισμένες εσωτερικές διαμάχες-.
Συνέχιζε να προσπαθεί όμως, και με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο πίστευε ότι κατάφερνε να του μιλήσει. Ακόμα κι αν δεν το έκανε με λόγια, ακόμα κι αν του έριχνε απλώς μια κλεφτή ματιά. Της έδινε συνήθως την εντύπωση ότι καταλάβαινε. Αυτό την ανακούφιζε λίγο.
Της είχε όμως δημιουργήσει πολλά ερωτηματικά κάτι που έτυχε να πει ορισμένες φορές. Ότι "δεν την ήξερε καλά". Στην αρχή θεώρησε ότι είχε δίκαιο από κάποια άποψη. Δεν την έβλεπε εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, και πάντα υπήρχε κάποιος περιορισμός στην συναναστροφή τους. Αυτό, ήταν γεγονός. Αδιαμφισβήτητη αλήθεια δηλαδή. Κι όμως, υπήρχε κάτι που εξακολουθούσε να μην της αρέσει στην πρόταση του. Γιατί τελικά, πότε μπορεί να πει κανείς ότι γνωρίζει τον άλλο καλά; Σαφώς όταν αποκτήσουν κοινά βιώματα και αντιμετωπίσουν διάφορα περιστατικά μαζί-ίσως και δυσκολίες-. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό-δεν είναι πάντα αυτό-. Είναι μερικές φορές που σου δημιουργείται η εντύπωση ότι ξέρεις πολύ καλά τον άλλο. Όχι με την έννοια των βιωμάτων, όχι επειδή ζήσατε πολλά μαζί. Από αυτή την όψη, όχι. Αλλά από μια άλλη πλευρά, εκείνη της διαίσθησης, του ενστίκτου, της "χημείας" ή τελοσπάντων εκείνης της απροσδιόριστης, αλλά ισχυρής δύναμης που σας ενώνει. Αυτό βέβαια, δεν ήξερε αν μπορούσε να είναι πάντα αμοιβαίο. Ήταν κι αυτό ένα θέμα. Οπότε και από αυτή την άποψη η πρόταση του έστεκε. Κι όμως, υπήρχε και μια τρίτη πλευρά, πέρα από τα βιώματα, πέρα από τις άγνωστες δυνάμεις, πέρα από τη γλώσσα του σώματος που έλεγε περισσότερα καμιά φορά. Υπήρχε η δική της πλευρά. Μια πλευρά που τον είχε αφήσει αρκετές φορές να δει, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα. Πώς μπορούσε να πιστεύει ότι δεν την ήξερε καλά; Θα έλεγα ότι είχε καταφέρει να μάθει πολλά πράγματα γι'αυτήν και η ίδια όμως, προσπαθούσε να είναι πιο προσιτή, για να μπορέσει να τη διαβάσει. Και τα κατάφερνε αρκετά καλά. Μπορεί να μην είχε ανακαλύψει τον πυρήνα των σκέψεων της ακόμη, αλλά αυτό λίγη σημασία είχε. Σημασία είχε ότι επικοινωνούσαν. Και που κάθε φορά ανακάλυπταν κάτι καινούριο, κάτι διαφορετικό -έτσι το έβλεπε-. Εξάλλου, ποτέ δεν μπορείς να γνωρίζεις κάποιον εντελώς. Ακόμα και οι πιο προβλέψιμοι άνθρωποι, μπορούν καμιά φορά να ανατρέψουν τα δεδομένα.
Δεν ήθελε να τον βλέπει σαν κάτι ξένο και απόμακρο -δεν τον ένιωθε έτσι-. Εξακολουθούσε βέβαια να διατηρεί αυτό το δικαίωμα εκείνος... Αλλά η ίδια, πάντοτε διακατεχόταν από την ακαταμάχητη επιθυμία να αφεθεί. Δεν της φάνηκε ποτέ σαν κάτι κακό. Μόνο όταν ρισκάρεις κερδίζεις. Υπάρχουν πάντοτε οι απώλειες βέβαια, και το ανοιχτό ενδεχόμενο να χάσεις. Αλλά αυτό δεν αποτελούσε ανασταλτικό παράγοντα για ό,τι κι αν έκανε. Αυτό το κορίτσι είχε πρόβλημα με ορισμένους μηχανισμούς που αφορούσαν την αυτοάμυνά της. Ήθελε να νιώθει ελεύθερη -ήθελε να του εκφράζει τις σκέψεις της, τη χαρά, την έκπληξη, το θαυμασμό, την απορία, ακόμη και τη λύπη της καμιά φορά- μόνο έτσι θεωρούσε ότι ήταν αληθινά ο εαυτός της, μόνο έτσι ένιωθε ότι απέδιδε τη γνησιότερη μορφή της ύπαρξης της σε μια σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων και μόνο έτσι ήταν έντιμη απέναντι του. Ούτως ή άλλως, αυτό το είχαν ξεκαθαρίσει από την αρχή-ότι δηλαδή θα ήταν οι εαυτοί τους.
Ήθελε πολύ να του γράψει και να τον ρωτήσει... Διάφορα. Αυτό βέβαια, της είχε συμβεί πάμπολλες φορές. Η επιθυμία της να επικοινωνήσει μαζί του δηλαδή. Κι όμως, υπήρχαν μέρες που δεν έλεγε να πάρει την απόφαση και να το κάνει. Πάντα κάτι την εμπόδιζε -οι συνηθισμένες εσωτερικές διαμάχες-.
Συνέχιζε να προσπαθεί όμως, και με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο πίστευε ότι κατάφερνε να του μιλήσει. Ακόμα κι αν δεν το έκανε με λόγια, ακόμα κι αν του έριχνε απλώς μια κλεφτή ματιά. Της έδινε συνήθως την εντύπωση ότι καταλάβαινε. Αυτό την ανακούφιζε λίγο.
Της είχε όμως δημιουργήσει πολλά ερωτηματικά κάτι που έτυχε να πει ορισμένες φορές. Ότι "δεν την ήξερε καλά". Στην αρχή θεώρησε ότι είχε δίκαιο από κάποια άποψη. Δεν την έβλεπε εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, και πάντα υπήρχε κάποιος περιορισμός στην συναναστροφή τους. Αυτό, ήταν γεγονός. Αδιαμφισβήτητη αλήθεια δηλαδή. Κι όμως, υπήρχε κάτι που εξακολουθούσε να μην της αρέσει στην πρόταση του. Γιατί τελικά, πότε μπορεί να πει κανείς ότι γνωρίζει τον άλλο καλά; Σαφώς όταν αποκτήσουν κοινά βιώματα και αντιμετωπίσουν διάφορα περιστατικά μαζί-ίσως και δυσκολίες-. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό-δεν είναι πάντα αυτό-. Είναι μερικές φορές που σου δημιουργείται η εντύπωση ότι ξέρεις πολύ καλά τον άλλο. Όχι με την έννοια των βιωμάτων, όχι επειδή ζήσατε πολλά μαζί. Από αυτή την όψη, όχι. Αλλά από μια άλλη πλευρά, εκείνη της διαίσθησης, του ενστίκτου, της "χημείας" ή τελοσπάντων εκείνης της απροσδιόριστης, αλλά ισχυρής δύναμης που σας ενώνει. Αυτό βέβαια, δεν ήξερε αν μπορούσε να είναι πάντα αμοιβαίο. Ήταν κι αυτό ένα θέμα. Οπότε και από αυτή την άποψη η πρόταση του έστεκε. Κι όμως, υπήρχε και μια τρίτη πλευρά, πέρα από τα βιώματα, πέρα από τις άγνωστες δυνάμεις, πέρα από τη γλώσσα του σώματος που έλεγε περισσότερα καμιά φορά. Υπήρχε η δική της πλευρά. Μια πλευρά που τον είχε αφήσει αρκετές φορές να δει, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα. Πώς μπορούσε να πιστεύει ότι δεν την ήξερε καλά; Θα έλεγα ότι είχε καταφέρει να μάθει πολλά πράγματα γι'αυτήν και η ίδια όμως, προσπαθούσε να είναι πιο προσιτή, για να μπορέσει να τη διαβάσει. Και τα κατάφερνε αρκετά καλά. Μπορεί να μην είχε ανακαλύψει τον πυρήνα των σκέψεων της ακόμη, αλλά αυτό λίγη σημασία είχε. Σημασία είχε ότι επικοινωνούσαν. Και που κάθε φορά ανακάλυπταν κάτι καινούριο, κάτι διαφορετικό -έτσι το έβλεπε-. Εξάλλου, ποτέ δεν μπορείς να γνωρίζεις κάποιον εντελώς. Ακόμα και οι πιο προβλέψιμοι άνθρωποι, μπορούν καμιά φορά να ανατρέψουν τα δεδομένα.
Δεν ήθελε να τον βλέπει σαν κάτι ξένο και απόμακρο -δεν τον ένιωθε έτσι-. Εξακολουθούσε βέβαια να διατηρεί αυτό το δικαίωμα εκείνος... Αλλά η ίδια, πάντοτε διακατεχόταν από την ακαταμάχητη επιθυμία να αφεθεί. Δεν της φάνηκε ποτέ σαν κάτι κακό. Μόνο όταν ρισκάρεις κερδίζεις. Υπάρχουν πάντοτε οι απώλειες βέβαια, και το ανοιχτό ενδεχόμενο να χάσεις. Αλλά αυτό δεν αποτελούσε ανασταλτικό παράγοντα για ό,τι κι αν έκανε. Αυτό το κορίτσι είχε πρόβλημα με ορισμένους μηχανισμούς που αφορούσαν την αυτοάμυνά της. Ήθελε να νιώθει ελεύθερη -ήθελε να του εκφράζει τις σκέψεις της, τη χαρά, την έκπληξη, το θαυμασμό, την απορία, ακόμη και τη λύπη της καμιά φορά- μόνο έτσι θεωρούσε ότι ήταν αληθινά ο εαυτός της, μόνο έτσι ένιωθε ότι απέδιδε τη γνησιότερη μορφή της ύπαρξης της σε μια σχέση μεταξύ δυο ανθρώπων και μόνο έτσι ήταν έντιμη απέναντι του. Ούτως ή άλλως, αυτό το είχαν ξεκαθαρίσει από την αρχή-ότι δηλαδή θα ήταν οι εαυτοί τους.
Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011
Νέα Τάξις Πραγμάτων.
Θα είχαν περάσει τουλάχιστον δύο ώρες από τη στιγμή που πήρε την απόφαση να τραβήξει ένα κομμάτι χαρτί από το σημειωματάριο της. Ήταν αλλιώτικα όλα ετούτη τη φορά. Ακόμη και το γεγονός ότι της είχε πάρει τόση ώρα για να το αποφασίσει. Δίσταζε.
Σαν άρπαξε το χαρτί τ'ακούμπησε απάνω στο γραφείο και το κοίταζε λες κι ήταν μια απειλή. Μα δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα λευκό, άδειο κομματάκι από χαρτί.
Έτσι είχε βαλθεί να λέει στο μυαλό της που της έπαιζε περίεργα παιγνίδια τώρα τελευταία. "Ένα χαρτί είναι, τι έχεις να φοβηθείς;" Είχε κι ένα στυλό μαζί της το οποίο πηγαινοερχόταν από το ένα χέρι στο άλλο νευρικά. Αρνείτο όμως να ανοίξει το καπάκι του και να το χρησιμοποιήσει.
Δεν της το επέβαλλε κανένας βέβαια, όμως, το ήθελε. Ήταν ο δικός της τρόπος να λυτρώνεται. Πάντοτε είχε κάτι να γράψει λοιπόν. Ετούτη τη φορά ήταν όλα αλλιώτικα.
Μήτε γιατί στέρεψε η φαντασία της, μήτε γιατί στέρεψαν τα λόγια. Όχι, δεν ήταν αυτός ο λόγος που δεν έγραφε. Ήταν σχεδόν τόσο οικεία η σχέση που απέκτησε το στυλό της με το χαρτί που το γράψιμο θα έβγαινε αναπόφευκτα σαν το επιδίωκε.
Όχι όμως τώρα, τώρα δεν ήθελε. Δίσταζε. "Νέα τάξις πραγμάτων". Αυτές οι τρεις λέξεις την απασχολούσαν το τελευταίο διάστημα και δίσταζε να τις εξηγήσει περαιτέρω. Από τη μια, επιθυμούσε να εισχωρήσει στα καινούρια μονοπάτια που χάραζε το μυαλό της και από την άλλη, της φάνταζαν σκοτεινά κι αφιλόξενα και με αυτό το σκεπτικό συνέχιζε να μένει αδρανής.
Συνειδητά.
Γνώριζε. Η φωνή, βλέπετε. Ετούτη τη φορά όμως ήταν όλα αλλιώτικα. Δεν ήθελε να την ακούσει. Την είχε κουράσει πια. Συνέχεια την καταδίωκε και την περιόριζε, σχεδόν έλεγχε κάθε της κίνηση. "Μην το πεις αυτό, σταμάτα να σκέφτεσαι έτσι, είναι λάθος, ξέχασε το, φέρσου σωστά."
Κι όλα αυτά για τι; Για να κυριαρχήσει στον εαυτό της. Ακούς εκεί φιλοδοξία!
Μάλλον μαντάρα τα έκανε έτσι. Γιατί πάντα ερχόντουσαν κι εκείνες οι στιγμές που δεν άντεχε άλλο και όταν ξεσπούσε πήγαινε στράφη και η αυτοκυριαρχία και ο αυτοέλεγχος. Τέτοιες στιγμές ήταν η μικρή της επανάσταση, έτσι τις είχε ονομάσει. Άλλοτε ζούσε στο κατεστημένό της λοιπόν κι άλλοτε γινόταν επαναστάτρια και το ανέτρεπε. Ετούτη τη φορά όμως ήταν όλα αλλιώτικα.
Ούτε το ένα ήθελε να κάνει, ούτε το άλλο. Μοναχά έμενε εκεί ασάλευτη και νευρική να κοιτάζει το χαρτί και να σκέφτεται "νέα τάξις πραγμάτων". Κι αυτό τη δίχαζε. Δεν τη φόβιζε τίποτα περισσότερο από αυτό το σημείο του διχασμού. Δεν ήθελε να αναλογισθεί. Μα ποιος την υπολόγιζε; Η φωνή της λογικής και της συνείδησης είχαν ήδη ξεκινήσει να αντιμάχονται με την επαναστατική φωνή, μια φωνή άμυαλη, μιας κι η πηγή της ήταν η καρδιά κι όχι το μυαλό.
Είχε μάλιστα πυκνώσει τόσο πολύ η συνομιλία τους που αδυνατούσε να ξεχωρίσει τι έλεγε η καθεμιά.
Μόνο ένιωθε το κεφάλι της που θα έσπαγε από λεπτό σε λεπτό. Ετούτη τη φορά όλα ήταν αλλιώτικα γιατί αρνείτο κατηγορηματικά να λάβει μέρος στη συζήτηση. Δίσταζε, γιατί ήξερε καλά πως θέλοντας να μην αδικήσει καμιά από τις δυο φωνές θα κατέληγε η ίδια στο συμβιβασμό. Ήξερε τον τρόπο να ηρεμήσει τα πνεύματα, μα δεν έλεγε να τον εφαρμόσει ετούτη τη φορά. Όχι πια, όχι άλλο. Ήταν όλα ή τίποτα.
Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011
Το σπίτι με τον αριθμό 18.
Περιφερόταν για ώρα πολλή μέσα στην πόλη. Είχαν περάσει αρκετά λεπτά από τότε που απομακρύνθηκε από το κέντρο. Τώρα πια, την είχαν απορροφήσει τα στενά σοκάκια. Ήταν μια ύπαρξη. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Ένα σώμα ήταν, που περιπλανιόταν εδώ και ώρα έξω στους κρύους δρόμους μια χειμωνιάτικη νύχτα της Κυριακής. Η αλήθεια είναι ότι ένιωθε φόβο. Τη φόβιζε που περπατούσε μόνη. Ο μόνος ήχος που ηχούσε στ'αυτιά της ήταν εκείνος της ανάσας της. Πιο πολύ, όμως, τη φόβιζε που περπατούσε χωρίς λόγο και αιτία, τη φόβιζε που περπατούσε ασταμάτητα, τη φόβιζε που δεν ήξερε πού πήγαινε και που όσο προχωρούσε όλο και περισσότερο χανόταν μες τα στενά. Η ανάσα της γινόταν πιο γρήγορη και η καρδιά της, που είχε μουδιάσει για λίγο, ξαφνικά, άρχισε να χτυπά δυνατά και να της θυμίζει ότι ήταν ζωντανή ακόμη, ότι έπρεπε να βρει λόγους και αιτίες και προορισμό.
Τώρα, περνούσε έξω από μια γειτονιά, μάλλον εγκαταλελειμμένη θα'λεγε κανείς. Μονάχα μια μικρή λέσχη βρισκόταν εκεί με δυο-τρεις τύπους που τα έπιναν. Προχώρησε λοιπόν λίγο πιο κάτω και έμεινε να χαζεύει ένα ανώγειο σπιτάκι. Ήτανε βαμμένο πράσινο και είχε πανέμορφα παντζούρια και μερικές γλάστρες-άδειες-που πρόδιδαν και τη δική του μοναξιά. Παρ'όλα αυτά, εξακολουθούσε να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα σπιτάκια που υπήρχαν στο σοκάκι. Ήτανε τόσο γραφικό και μικροσκοπικό, λες και σε προσκαλούσε, εξέπεμπε μια ενέργεια ανεξήγητη κι αταίριαστη, που ο καθένας που θα το παρατηρούσε θα υποψιαζόταν πως ήταν δημιούργημα της φαντασίας του και όχι κατάλοιπο κάποιας περασμένης εποχής.
Θα'χανε περάσει τουλάχιστον είκοσι λεπτά από την ώρα που σταμάτησε, οπότε και βγήκε ένας καραφλός κύριος έξω από τη λέσχη και άρχισε να κόβει βόλτες πάνω κάτω για να κάνει αισθητή την παρουσία του. Όταν τον αντιλήφθηκε, ένιωσε τα πόδια της ξανά πάνω στη γη τα οποία μεμιάς ενεργοποιήθηκαν και συνέχισαν το μοναχικό τους δρόμο...
Έκανε πολύ κρύο-γι'αυτό εξάλλου ήταν τόσο άδειοι οι δρόμοι-μα δεν την ένοιαζε...
Κρατούσε στο μυαλό της την όμορφη εικόνα του ανωγείου κι έτσι ξεχνιόταν. Αποφάσισε να ρίξει μια ματιά στο ρολόϊ της. Δώδεκα και κάτι... Είχε περάσει η ώρα κι έπρεπε να τρέξει, να φύγει μακριά, να γλιτώσει από το χρόνο. Τρύπωσε βιαστικά σ'ένα άλλο σοκάκι. Προσπαθούσε απεγνωσμένα ν'αλλάξει κατεύθυνση. Ευχόταν να μπορούσε να βρει ένα άλλο πράσινο σπιτάκι και να'μπαινε μέσα και να το εξερευνούσε και να'νιωθε τη ζεστασιά του. Όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα της, όμως, τα σπίτια ήταν αφιλόξενα, εγκαταλελειμμένα κι οι αυλές τους βρώμικες κι απεριποίητες. Και τότε το είδε. Είδε το μεγαλύτερο της εφιάλτη να ζωντανεύει μπροστά στα μάτια της. Το σπίτι με τον αριθμό 18. Ήταν εκεί, απέναντι της και μεγάλωνε και ζύγωνε όλο και πιο κοντά της. Την προσκαλούσε κι αυτό, μόνο που δεν ήθελε να μπει μέσα. Δεν ήθελε, γιατί ήταν ένα σπίτι τεράστιο και παγερό, απρόσωπο και δίχως φινέτσα. Ήταν γεμάτο από στοιχειά, από τα οποία μόνο οι δυνατοί και οι πονηροί μπορούσαν να γλιτώσουν γιατί ήξεραν πώς να συνδιαλλαχτούν μαζί τους. Στο σπίτι εκείνο, δε χρησίμευε καμία καλοσύνη, δε χωρούσε κανένα λάθος, γιατί τα στοιχειά ήταν πολλά κι επιβάλλονταν κι επικρατούσαν. Οι πανύψηλες του πόρτες και τα ευρύχωρα του δωμάτια σε ξεγελούσαν, σε γέμιζαν με όνειρα κι ελπίδες και πάνω που πήγαινες να ξαπλώσεις στα κρεβάτια που ήταν στρωμένα με τ'ακριβότερα σεντόνια, έρχονταν, έμπαιναν από παντού, στοιχειά πεινασμένα, στοιχειά που περίμεναν τέτοια "κελεπούρια" για να τους ρουφήξουν τη χαρά, την αισιοδοξία ακόμη και το αίμα! Ήταν ένα σπίτι που τόσο παραπλανητικά της έδινε την αίσθηση της ελευθερίας, ενώ ήξερε ότι έπρεπε να "πληρώσει" ένα τεράστιο αντίτιμο για να την αποκτήσει. Ήξερε ότι η ελευθερία δε χωρούσε σε κανένα σπίτι-μικρό ή μεγάλο- , ήξερε ότι αναζητούσε και ζητούσε πολλά περισσότερα απ'εκείνο το σπίτι, ήξερε ότι δεν ήθελε να υπηρετεί τα στοιχειά για την υπόλοιπη της ζωή, ήξερε ότι αν έμπαινε μέσα δε θα έβγαινε ζωντανή, ήξερε ότι ήθελε να τρέξει και να χαθεί ξανά μέσα στην πόλη, κι ας μην είχε προορισμό, κι ας ήταν πυκνό τώρα το σκοτάδι-θα φώτιζε το δρόμο της το φεγγάρι-. Ήξερε, ήξερε, τίποτα δεν ήξερε...
Κατηγορίες:
Αναζητήσεις,
Εκείνη,
Κόσμος
Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011
«Δύο χέρια κρύα...»
Καθότανε για ώρες πολλές απέναντι από το τζάκι... Τα μάγουλα της είχανε γίνει πια ροδοκόκκινα κι όλως περιέργως τα χέρια της παρέμεναν κρύα παρ'όλο που πηγαινοερχόταν συχνά μέσα στο δωμάτιο βάζοντας τα πάνω απ'την φωτιά. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και έμενε εκεί. Ασάλευτη, ακίνητη, αμίλητη.
Πάντα με το μικρό της ημερόλογιο στο χέρι και το στυλό κάπου χαμένο ανάμεσα στις γεμάτες σελίδες-σελίδες που σαν άγγιζες επάνω τους μπορούσες εύκολα να καταλάβεις με πόσο πάθος έγραφε, πόσο πολύ εννοούσε τις λέξεις εκείνες, πόσο τις πίστευε-. Άλλοτε έβλεπες γράμματα βιαστικά και ανήσυχα, άλλοτε ολόκληρες προτάσεις με κεφαλαία που ξεφώνιζαν κάτι, και συνέχεια σκόρπιες ημερομηνίες και σ'ορισμένα σημεία την ώρα.
Τώρα, έτσι βουβή που ήταν, η ώρα δεν υπήρχε. Υπήρχε μόνο η φωτιά, το ημερολόγιο και τα κρύα της χέρια.
Κι ένα δίλημμα στη μέση: Να το 'ριχνε μια για πάντα μέσα; Να απαλλασόταν επιτέλους; Να 'ταν άραγε 'κεινη νύχτα μια λύτρωση; Λύτρωση θα 'τανε όμως; Θαρρώ, πως και να το 'ριχνε μέσα, τίποτα δε θα σβηνότανε... Τίποτα δε θα χανότανε... Όσα κομμάτια χαρτί κι αν έκαιγε, ακόμη κι αν ξεφορτωνόταν όλα της τα στυλό θα συνέχιζε να γράφει. Θα 'γραφε με το δάκρυ της, θα δίνε ακόμη και το αίμα της για να γράφει ακατάπαυστα! Με τίποτα δε θα σταματούσε να γράφει και να περιγράφει. Για τον κόσμο που θαύμαζε, τον κόσμο που αγαπούσε, ένα κόσμο που την εξέπληττε-πότε ευχάριστα, πότε δυσάρεστα- τον κόσμο εκείνο το μικρό όπου, όλα ήταν γνώριμα κι άλλοτε τόσο παραδόξως άπιαστα και δυσνόητα και διφορούμενα. Και πώς να ρίχνε τα χαρτιά μες τη φωτιά που έκαιγε;
Μια φωτιά που τόσο έντονα της θύμιζε το βλέμμα του. Ολοζώντανο, φλογερό, επιβλητικό! Έκανε μια κίνηση εμπρός και μεμιάς τον έβλεπε να απεικονίζεται στο κιτρινοκόκκινο χρώμα της φωτιάς. Τον έβλεπε να της μιλά και να της δίνει κουράγιο κι άλλοτε να κουνά το κεφάλι του καταφατικά λες και συμφωνούσε μαζί της, λες και την ένιωθε, λες κι είχε περάσει κι αυτός τα ίδια. Λες και νοιαζόταν, λες και διαισθανόταν τη θέρμη της, την επιθυμία της να ζήσει και να μάθει, δίπλα του, κοντά του, μαζί του.. Ήτανε λοιπόν "ο λόγος της ενάντια στο δικό του" 'κεινη τη στιγμή. Σα να της έλεγε "μη" και 'κεινο το "μη" αν και ήτανε μια λέξη τόσο δα μικρούλα της αρκούσε.
Ασυναίσθητα άνοιξε την παλάμη του ενός χεριού της και την μελέτησε προσεχτικά. Έπειτα, άνοιξε το ημερολόγιο κι ανάτρεξε σε μια γνώριμη σελίδα. Διάβασε ένα στιχάκι χαμηλόφωνα: "Δυο χέρια κρύα καρτερικά θα προσμένουν". Ως πόσο; Ως πόσο θα έμενε άδεια η παλάμη της; Θα γέμιζε άραγε ποτέ από τη ζεστασιά της δικής του; Θα 'ρχοταν άραγε ποτέ 'κεινη η πολυπόθητη ώρα που θα τον έβλεπε ν'αναγεννιέται από τις στάχτες, παίρνοντας σάρκα και οστά; Το ήθελε, το ήθελε πολύ, ήτανε επιτακτική η ανάγκη-δεν πήγαινε άλλο η κατάσταση με τα κρύα χέρια, κάτι έπρεπε να γίνει και γι'αυτό...
Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011
Το κορίτσι της διπλανής πόρτας.
![]() | ||
| Ένα άγαλμα είμαστε στην άκρια του δρόμου, που καιρό πολύ περιμένουμε να μας αποκαλύψουν. ~Κ.Μ. |
Ντροπαλή, συνεσταλμένη, προσγειωμένη, έτσι τη χαρακτήριζαν στη γειτονιά.
Φιλήσυχη και πάντα τόσο ήρεμη. Πότε δεν έγινε σημείο αναφοράς. Έβγαινε απ'το σπίτι και χανόταν διακριτικά για λίγες ώρες. Επέστρεφε κατά το βραδάκι και έκλεινε προσεχτικά την πόρτα της.
Κι εκεί.. Άρχιζε ο Γολγοθάς της. Εκεί, πίσω από εκείνη την ξεβαμμένη πόρτα, δεν μπορούσε να ξεγελάσει κανένα. Όλες οι μάσκες θαρρείς με μια αυτόματη κίνηση έπεφταν μεμιάς. Εκεί, δεν τη χωρούσε ο τόπος, δεν μπορούσε να κρυφτεί από τίποτα και κανέναν.
Πλήρως εκτεθειμένη. Αυτό ήταν. Εκτεθειμένη στον ίδιο της τον εαυτό.
Στα λάθη της, τα πάθη της, τις έγνοιες της.
Όχι, εξακολουθούσε να είναι φιλήσυχη. Εξακολουθούσε να είναι συνεσταλμένη και "καθώς πρέπει".
Είναι που δεν μπορούσε να τους ξεφύγει όμως!
Άπειρες, καταραμένες σκέψεις!
Τρύπωναν από παντού. Μόλις αισθάνονταν το σκότος στην ψυχούλα της που έτρεμε κυριολεκτικά κάθε φορά που ζούσε αυτό τον εφιάλτη- τσουπ! χώνονταν όλο και πιο βαθιά μέσα της.
Και την κυρίευαν και την κατανικούσαν λες κι ήταν νησί καίριας στρατηγικής σημασίας, σαν να ήταν οι πειρατές και εκείνη ο κρυμμένος θησαυρός, ο πολυπόθητος! Τόσο την ποθούσαν οι σκέψεις, τόσο πολύ τις μαγνήτιζε κι όσο περνούσε η ώρα δεν έλεγαν να λιγοστέψουν, δεν έλεγαν να ησυχάσουν!
Σα να μην έφτανε αυτό, την πονούσε κι η καρδιά της. Ακόμη κι εκείνη, στην οποία είχε τόσες και τόσες φορές εναποθέσει την ελπίδα, ακόμη κι αυτή την πρόδωσε... Χτυπούσε υστερικά, ανάρμοστα, αγενέστατα-κλωτσούσε λες κι ήταν έμβρυο ζωντανό μέσα στη μήτρα της μάνας.
Ήτανε δεν ήτανε, δεκαοχτώ χρονών ακόμη, τι σημασία είχε η ηλικία όμως; Ένας αριθμός είναι κι αυτός σαν όλους τους άλλους. Μια μάσκα ακόμη που κρύβει ή φανερώνει πράγματα. Τόσο νέα ήτανε, κι όμως ένιωθε πως κάποια μέρα-σύντομα-θα την έβρισκαν να κείτεται στο κρύο πάτωμα, σ'εκείνο το μικροσκοπικό σπιτάκι με τον όμορφο κήπο. Τόσο πολύ την αρρώσταιναν κάθε φορά οι κακούργες οι σκέψεις που πείσθηκε ότι επρόκειτο για κάποια χρόνια πάθηση που κάθε μέρα της αφαιρούσε κι ένα κομματάκι από την άχαρη ζωή της.
Αυτό ήταν λοιπόν το κορίτσι της διπλανής πόρτας. Ντροπαλό, συνεσταλμένο, καθώς πρέπει, όπως το ήθελαν, εξάλλου, οι άλλοι.
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010
Η ιστορία μιας καρδιάς.
Όλοι, ανεξαιρέτως, έχουν ένα τρωτό σημείο. Ένα σημείο αδυναμίας, που παρά τις μέγιστες προσπάθειες που καταβάλλουν, πάντα θα τους γονατίζει, ασχέτως με την υπόλοιπη τους δύναμη.
Εκείνης, η αδυναμία της ήταν η καρδιά της. Κι ήταν σκληρό. Να το σκέφτεται. Να το βιώννει.
Ήταν μια καρδιά παράξενη. Αγαπούσε, καθώς ήταν παράξενη, τα πιο παράξενα άτομα και κατά έναν παράξενο τρόπο, πονούσε μακρυά τους.
Ήταν μια καρδιά τρελλή και ανυπόμονη.
Τρελλή, γιατί ζητούσε τα παράλογα-και στον κόσμο που ζούσε, παράλογο έλεγαν κάθετι που ξεπερνούσε τα όρια της "λογικής" και της φαντασίας τους. Και συνάμα, τρελλή γιατί συχνά δεν έψαχνε τα ωφέλημα. Αναζητούσε όμως, επίμονα, τα δύσκολα, τα άφταστα, τα αδύνατα και είχε και την τρελλή ελπίδα ότι μια μέρα ίσως θα μπορούσε να τα κάνει οικεία και εφικτά, ήλπιζε ότι θα μπορούσε να τα πραγματώσει, ότι θα μπορούσε να τα κάνει χειροπιαστά, γιατί μόνο τότε θα μπορούσε ο υπόλοιπος κόσμος να πει ότι υπήρξαν κι ότι ήταν όντως αληθινά.
Ανυπόμονη, διότι χτυπούσε με τόσο γρήγορους κι ανυπόμονους ρυθμούς, που θα έλεγε κανείς, ότι αναμφίβολα θα πετιόταν έξω από το στήθος της κάποια στιγμή και θα γινόταν χίλια κομμάτια. Ήταν κι ανήσυχη, τόσο ανήσυχη που νύχτες αμέτρητες την είχε αφήσει άϋπνη.
Ήταν ταξιδιάρα καρδιά και παρόλες τις φουρτούνες που είχε περάσει, είχε μάθει να αράζει στις στεριές και να ξεκουράζεται στα λιμάνια κι από εκεί, πάλι να συνεχίζει τα ταξίδια της, όσο δύσκολο κι αν της φαινόταν κάθε νέο δρομολόγιο που έπρεπε να ακολουθήσει. Κάθε φορά πήγαινε όλο και πιο μακρυά, γιατί της άρεσε η περιπέτεια κι όσο κι αν ένιωθε τρωτή και εύθραυστη, ο πόθος της να μη σταματήσει να χτυπά νικούσε την ίδια της την αδυναμία...
"Κι αν δεν είσαι πια εδώ, εγώ πάλι σε νιώθω, γιατί έχεις καταχωρηθεί "εδώ"..."
Εκείνης, η αδυναμία της ήταν η καρδιά της. Κι ήταν σκληρό. Να το σκέφτεται. Να το βιώννει.
Ήταν μια καρδιά παράξενη. Αγαπούσε, καθώς ήταν παράξενη, τα πιο παράξενα άτομα και κατά έναν παράξενο τρόπο, πονούσε μακρυά τους.
Ήταν μια καρδιά τρελλή και ανυπόμονη.
Τρελλή, γιατί ζητούσε τα παράλογα-και στον κόσμο που ζούσε, παράλογο έλεγαν κάθετι που ξεπερνούσε τα όρια της "λογικής" και της φαντασίας τους. Και συνάμα, τρελλή γιατί συχνά δεν έψαχνε τα ωφέλημα. Αναζητούσε όμως, επίμονα, τα δύσκολα, τα άφταστα, τα αδύνατα και είχε και την τρελλή ελπίδα ότι μια μέρα ίσως θα μπορούσε να τα κάνει οικεία και εφικτά, ήλπιζε ότι θα μπορούσε να τα πραγματώσει, ότι θα μπορούσε να τα κάνει χειροπιαστά, γιατί μόνο τότε θα μπορούσε ο υπόλοιπος κόσμος να πει ότι υπήρξαν κι ότι ήταν όντως αληθινά.
Ανυπόμονη, διότι χτυπούσε με τόσο γρήγορους κι ανυπόμονους ρυθμούς, που θα έλεγε κανείς, ότι αναμφίβολα θα πετιόταν έξω από το στήθος της κάποια στιγμή και θα γινόταν χίλια κομμάτια. Ήταν κι ανήσυχη, τόσο ανήσυχη που νύχτες αμέτρητες την είχε αφήσει άϋπνη.
Ήταν ταξιδιάρα καρδιά και παρόλες τις φουρτούνες που είχε περάσει, είχε μάθει να αράζει στις στεριές και να ξεκουράζεται στα λιμάνια κι από εκεί, πάλι να συνεχίζει τα ταξίδια της, όσο δύσκολο κι αν της φαινόταν κάθε νέο δρομολόγιο που έπρεπε να ακολουθήσει. Κάθε φορά πήγαινε όλο και πιο μακρυά, γιατί της άρεσε η περιπέτεια κι όσο κι αν ένιωθε τρωτή και εύθραυστη, ο πόθος της να μη σταματήσει να χτυπά νικούσε την ίδια της την αδυναμία...
"Κι αν δεν είσαι πια εδώ, εγώ πάλι σε νιώθω, γιατί έχεις καταχωρηθεί "εδώ"..."
Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010
Εκείνος κι Εκείνη (a white demon love song).
![]() |
| "She likes the way he sings white demon love songs in her dreams.." |
Καθώς παρατηρούσε τον κόσμο που περνούσε από δίπλα της εκείνη την κρύα νύχτα του χειμώνα, ένιωθε τους χτύπους της καρδιάς της να δυναμώνουν ολοένα και περισσότερο. Η μελωδία που εδώ και ώρα ηχούσε στ'αυτιά της, είχε αρχίσει να της φαίνεται πιο γνώριμη, πιο οικεία, λες και είχε γραφτεί για την ίδια. Και τότε, μέσα στο αχανές κι απέραντο πλήθος, τον είδε. Το βλέμα της έπεσε κατ'ευθείαν στα γεμάτα φλόγα, καφέ του μάτια. Ήταν ένα ζευγάρι μάτια όπως όλα τα υπόλοιπα θα μπορούσε να πει κανείς, κι όμως, κάθε φορά που τα αντίκρυζε μεταφερόταν σ'άλλους κόσμους, σ'άλλα μέρη. Λες και ήθελαν κάτι να της πούνε. Εκείνος, δεν ήθελε όμως. Όχι γιατί ήτανε "κακός" ή γιατί ήθελε να την βασανίζει και να την αφήνει με χίλια-δυο αναπάντητα ερωτήματα, αλλά γιατί ίσως κι ο ίδιος να γνώριζε καλά, ότι δεν ήταν απαραίτητες οι πολλές κουβέντες. Ένα βλέμμα αρκούσε και τα λεπτά που περνούσαν στην απόλυτη σιωπή "έλεγαν" πολλά περισσότερα.
Η μελωδία συνέχισε να την παρασύρει γλυκά κι εκείνος είχε σχεδόν φτάσει κοντά της. Δεν είχε τη δύναμη να τον φωνάξει με το όνομα του αν και το ήθελε δια καώς. Εκείνος, εντελώς απρόσμενα και αναπάντεχα, την προσπέρασε και περπάτησε με γοργό βήμα για ακόμη λίγο. Προτίμησε όμως, να την πιάσει "εξ'απροόπτου" και αφού το αναλογίστηκε για μερικά δευτερόλεπτα επέστρεψε κοντά της. Η αλήθεια είναι, ότι αυτό, συνήθιζε να το κάνει αρκετά συχνά. Και τα κατάφερνε μια χαρά. Κάθε φορά την εξέπληττε όλο και περισσότερο.
Μέσα από τα καφέ του μάτια, μπορούσε να δει καλύτερα. Ίσως γιατί έβλεπε μια πλευρά δική της σ'αυτά. Ίσως να της ξυπνούσαν το ενοχλητικό "έντομο" της περιέργειας. Γιατί ήθελε να μάθει.
Και μαζί του μάθαινε. Και ανακάλυπτε. Και εξελισσόταν. Κι ένιωθε όμορφα, τόσο όμορφα που είχε διαγράψει τη λέξη "τέλος" από το λεξιλόγιο της. Δεν ήθελε να το δει. Δεν ήθελε να έρθει.
Η μουσική συνέχισε ν'αντηχεί σ'όλο το χώρο. Της έδωσε το χέρι του, μένοντας στη σιωπή ακόμη, κι εκείνη έχωσε το δικό της βαθιά μέσα στο δικό του, παρόλο που τον είχε δει, με την άκρη του ματιού της, ν'ανατριχιάζει -μάλλον θα ήταν διότι ήτανε πολύ κρύα-.
Συνέχισαν να περπατούν στο δρόμο του ονείρου κι αφέθηκαν στο μουσικό πανδαιμόνιο.
Εκείνη ήταν ντυμένη στ'άσπρα κι ένα λεπτό σάλι διαπερνούσε το λαιμό της. Τα μαλλιά της ήταν λυτά και μακριά. Όταν μπήκαν στη μεγάλη και ζεστή αίθουσα της ψιθύρισε απαλά κάτι στ'αυτί και αφού τον άκουσε με προσοχή, άρχισε ν'ανεβαίνει την τεράστια σκάλα που βρισκόταν λίγο πιο πέρα.
Χωρίς ενδοιασμούς, άνοιξε την πόρτα όπως της είχε πει κι ένιωσε σαν να είχε γίνει μικρό παιδί ξανά, τόσο μεγάλος ήταν ο ενθουσιαμός που την κατέλαβε. Εξερεύνησε καλά το δωμάτιο και λίγο πριν κινήσει για να φύγει, πήρε στα χέρια της τα άσπρα γάντια και τα φόρεσε με προσοχή. Σίγουρα δεν ήταν η πριγκίπισσα του παραμυθιού, όμως τη νύχτα εκείνη ζούσε σ'ένα όνειρο που δεν ήθελε να τελειώσει.
Η έκφραση της, μελαγχολική, τα μάτια, σκεπτικά, αλλά γεμάτα ελπίδα.
Το τραγούδι είχε αρχίσει να παίζει ξανά.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, κίνησε για τη μεγάλη αίθουσα και σταμάτησε στο τελευταίο σκαλί, όπου τον αντίκρυσε για άλλη μια φορά.
Το βλέμμα του, αινιγματικό, σκοτεινό κι όμως, γοητευτικό. Πότε πότε, έσκυβε το κεφάλι του και κοίταζε χάμω, σαν κάτι να τον ανησυχούσε. Μέσα στο πυκνό σκοτάδι, κάτι τον έκανε να λάμπει.Και μαζί του έλαμπε όλη η αίθουσα.
Χαμογελούσε.
Έδωσαν τα χέρια ξανά, λες και ήταν η πιο φυσική κίνηση και προχώρησαν μαζί στο κέντρο του δωματίου. Εκείνος, ίσιωσε το κορμί του και ήταν έτοιμος να χορέψει το πιο ωραίο βαλς της ζωής του. Εκείνη, του χαμογέλασε δειλά. Ο χορός ξεκίνησε κι αν τους έβλεπε κανείς, θα ζήλευε τις μετρημένες τους κινήσεις που ήταν γεμάτες χάρη. Εκείνος, οδηγούσε. Εκείνη, ακολουθούσε.
Συνέχισαν να διαγράφουν κύκλους σ'ολόκληρο το χολ. Πότε μικρούς, πότε μεγαλύτερους, πάντα όμως με την ίδια σταθερότητα. Χόρευαν, χωρίς να ξέρουν το γιατί και το πώς και κυρίως, χωρίς να σκέφτονται το μετά. Χόρευαν, λες κι ο χορός εκείνος θα κρατούσε για πάντα. Αιώνια. Όπως στα παραμύθια.
Η αίσθηση του χρόνου είχε χαθεί τελείως. Όμως, ο φόβος της την έκανε να δακρύσει.
Το είδε το δάκρυ της, όμως το άφησε να κυλήσει και έπειτα, την πήρε και πάλι κοντά του. Της σιγοψιθύρισε κάτι στ'αυτί και την καθησύχασε.
Παρόλα αυτά, όσα κι αν τους ένωναν, άλλα τόσα ήταν εκείνα που τους χώριζαν. Στην αίθουσα εκείνη εντούτοις, βρίσκονταν μόνοι. Η βραδυά ήταν δική τους και ήξεραν ότι είχαν το δικαίωμα να τη ζήσουν. Το μετά είχε σβηστεί τη νύχτα εκείνη.
Συναισθήματα... Ανάμεικτα. Η ζεστασιά όμως, κρατούσε ζωντανές τις καρδιές τους ακόμη, κι εκείνος συνέχισε να την παρακολουθεί με τα μάτια του λες και την προστάτευε από κάτι.
Της ζήτησε, "να διευρύνει τον ορίζοντα της καρδιάς της."
Εκείνη, πανικόβλητη, λες και την τιμωρούσε με το χειρότερο τρόπο, άρχισε να ορκίζεται. Ορκιζόταν ότι δε θα τον πονούσε ποτέ, φτάνει να συνέχιζε να την κρατά στα χέρια του.
Εκείνος, σάστισε. Ήταν αναποφάσιστος. Δίστασε. Αλλά ο πανούργος ο χρόνος δεν του έδωσε περιθώρια να σκεφτεί. Κι έτσι άρχισε να χάνεται. Εκείνη όμως, την είχε πάρει την απόφαση της. Θα έμενε εκεί, μέχρι το τελευταίο βήμα. Κι αν έκανε ένα λάθος, θα συνέχιζε. Θα πήγαινε ενάντια στο χρόνο. Ήθελε δύναμη κι εκείνος είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται πως η δική της είχε εξαντληθεί. Έτρεξε κοντά της κι έκανε μια τελευταία στροφή μαζί της κι έπειτα την κράτησε σφιχτά στα χέρια του, όπου και άφησε την τελευταία της πνοή...
-Εμπνευσμένο από το τραγούδι των "the Killers", "A white demon love song", αλλά κι από 'σένα που συμβάλλεις στη δημιουργικότητά μου.
Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010
Στον καθρέφτη.
Καθώς περιεργαζόταν το πρόσωπο εκείνο που έβλεπε στον καθρέφτη, μια χιονοθύελλα σκέψεων άρχισε να την κατακλύζει.
"Όσο μεγαλώνω, τόσο με πιέζει ο χρόνος. Μου έχουν λείψει τα χρώματα της ζωής. Οι εποχές που έκαιγε μέσα μου μια φλόγα. Οι απερίσκεπτες μου πράξεις. Α-πε-ρι-σκε-ψί-α. Χωρίς να επικεντρώνομαι στην ασφάλεια και την ορθότητα της λογικής. Χωρίς άλλες στροφές και περιστροφές."
Συνέχισε να βλέπει μέσα στον καθρέφτη και παρόλο που τώρα είχε αρχίσει να παίρνει μια παράξενη τροπή αυτή η εξερεύνηση, συνέχισε να δέχεται το κάλεσμα των σκέψεων. Σκέψεις που ούρλιαζαν, τόσο έντονες ήταν. Εξακολουθούσε να βλέπει μέσα το είδωλο εκείνο και έμενε ψύχραιμη ακόμη.
"Μου έχει λείψει η ανεμελιά και η ξεγνοιασιά. Έχω πεθυμήσει ν'ανεβώ σ'ένα σύννεφο και να ξενυχτήσω εκεί ονειροπολώντας. Μου έχει λείψει το μυστήριο και η αγωνία. Όχι όμως η αναμονή. Αυτή δε μου'χει λείψει καθόλου. Αυτή μ'έχει κατασπαράξει και σιγά σιγά καταφέρνει να μου παίρνει μακρυά ό,τι πιο πολύτιμο έχω."
Ξαφνικά, άρχισε να νιώθει περίεργα. Δεν ήξερε ποιος μιλούσε κι αυτό τη φόβιζε. Μπορούσε να διακρίνει μια αλλιώτικη έκφραση στο πρόσωπο εκείνο ξαφνικά. Της φαινόταν πιο τραχύ και μαζεμένο. Τόσο μαζεμένο που μόνο την ανησυχία και το φόβο μπορούσε να ξεχωρίσει πάνω του. Συνέχισε όμως, να το κοιτά, με απορία τώρα.
"Μου έχει λείψει ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη και μια κουβέντα, ότι "όλα θα πάνε καλά", έστω κι αν δεν είναι η αλήθεια. Αυτά τα ψέματα, μου έχουν λείψει."
Δειλά και αταίριαστα, ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη του προσώπου που τόση ώρα αντίκρυζε. Κάτι θυμήθηκε. Και η φωνή συνέχιζε.
"Μου έχει λείψει το χαμόγελο σου. Εσένα, κι εσένα και 'σενα... Μα, δε μιλώ συγκεκριμένα. Μου λείπει ένα χαμόγελο που θα μ'αναστατώνει και θα με γεμίζει, ένα έξυπνο χαμόγελο που θα λέει πολλά και ταυτόχρονα θα κρύβει πολλά. Ένα χαμόγελο, που θα σημαίνει πολλά περισσότερα από ένα απλό, συνηθισμένο χαμόγελο."
Με την άκρη του ματιού της, τόλμησε να κοιτάξει ξανά στον καθρέφτη. Έβλεπε ανάμεικτες και άχαρες εκφράσεις, αψυχολόγητες. Γι'αυτό συνέχισε να εμπιστεύεται τη φωνή που άρχισε να γίνεται πιο απαλή.
"Μου έχει λείψει επίσης, ο ενθουσιασμός, εκείνος που δεν μπορείς κι ούτε θέλεις να κρύψεις και τα επιδέξια πειράγματα των άλλων για το πόσο χαζή φαίνεται η έκφραση σου. Μου έχουν λείψει τα απρόσμενα ταρακουνήματα, το αίσθημα της Γης να φεύγει κάτω απ'τα πόδια σου και το όμορφο πέσιμο. Το πέσιμο που δε θα σε πονέσει, γιατί, γνωρίζεις ότι βρίσκεται κάποιος εκεί που θα σε σηκώσει με προσοχή και φροντίδα.
Μου έχουν λείψει οι νύχτες πάνω απ'το τηλέφωνο, η γλυκιά προσμονή, η επιγνώση ότι θα χτυπήσει από λεπτό σε λεπτό και θ'ακουστεί μια φωνή γνώριμη από την άλλη γραμμή."
Το πρόσωπο τώρα, της φαινόταν πιο θολό, τα μάτια, πιο συρρικνωμένα.
"Μου έχει λείψει μια τέτοια φωνή. Μια φωνή τόσο χαρακτηριστική, έτσι που να την ξεχώριζα ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλων φωνών σε όποιο μέρος του πλανήτη κι αν βρισκόμουν. Μια φωνή που θα ήμουν "καταδικασμένη" να μην ξεχάσω ποτέ.
Μου έχει λείψει μια αγκαλιά ζεστή, μέσα στην οποία χάνεσαι και χάνεις...την αίσθηση του χρόνου και του τόπου. Σβήνεται κάθε είδους έγνοια, κάθε καημός και αγωνία. Κάθε κακή σκέψη χάνεται, φεύγει μακρυά... Τόσο μακρυά, που μόνο συναισθήματα ευγενικά σ'αγκαλιάζουν."
Αυτά έλεγε μέσα της η φωνή εκείνη. Και Εκείνη ένιωθε τα δάκρυα να κυλούν αργά, βασανιστικά. Όχι εκείνα που τις είχαν θολώσει τα μάτια πριν. Άλλα δάκρυα, πιο καυτά. Ένιωθε και μουδιασμένη, σαν ακρωτηριασμένη, ένιωθε. Σαν κάτι να της ξερίζωσαν από βαθιά μέσα της. Κι έπειτα, η απόλυτη σιωπή να βασιλεύει...
Κατηγορίες:
Αλήθεια,
Εκείνη,
Ενδοσκόπηση,
Επιθυμίες
Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010
Βραδινές Περιπλανήσεις
΄Εγραψε την τελευταία πρόταση στο μικρό της σημειωματάριο και αφού τράβηξε το χαρτάκι από εκεί, το κράτησε σφικτά στα χέρια της. Διάβασε μία προς μία τις τρεις τελευταίες λέξεις που είχε γράψει. Ασυναίσθητα, έβαλε το δακτυλάκι της προσεχτικά πάνω στο χαρτί και τις άγγιξε-τόσο βαθιά τις είχε χαράξει επάνω-
Κι ύστερα, κάθησε χάμω για λίγη ώρα και κοίταζε το φεγγαράκι. Στον ουρανό δεν είχε σύννεφα-ήτανε ξάστερος. Δεν άργησε να στρέψει το βλέμμα της προς τα αστέρια -τίποτα δεν την ευχαριστήσουμε περισσότερο από τις νύχτες με ξαστεριά γιατί έτσι μπορούσε ευκολότερα να διακρίνει τ'αστέρια- Της άρεσε να τα βλέπει γιατί έκανε πολλά παιχνίδια με το μυαλό της. Άλλοτε τους έδινε ονόματα, κι άλλοτε προσπαθούσε να τα μετρήσει, και άλλες φορές απορούσε πόση μοναξιά να ένιωθαν άραγε κι αυτά.
Ο κρύος αέρας που φύσηξε ξαφνικά της απέσπασε την προσοχή. Αν και το πρόσωπο της είχε παγώσει, έσκασε ένα κρυφό χαμόγελο λες και κάποιος κρυβότανε καπου εκεί γύρω και την παρακολουθούσε. "Σε θέλω εδώ", ψιθύρισε. Και τότε πλατύτερο έγινε το χαμόγελο της. Σηκώθηκε επάνω και συνέχισε να σφίγγει το μικρό χαρτάκι μες την παλάμη της. Καθώς περπατούσε συλλογιζόταν. Προσπάθουσε να σκέφτεται όμορφα πράγματα, ευχάριστα-και δεν της ήταν καθόλου δύσκολο τη νύχτα εκείνη.
Ήταν από εκείνες τις νύχτες που αργότερα θα κατέτασσε στις "αξιομνημόνευτες". Γιατί ήξερε πως το φεγγάρι της φαινόταν πιο όμορφο τη νύχτα εκείνη. Εξού και τα κρυφά γελάκια...
Όλα φαινόντουσαν πιο μαγεμένα. Πιο ραφιναρισμένα, πιο εκλεπτυσμένα. Το ωραιότερο συναίσθημα, βέβαια, ήταν ότι ακόμη πατούσε γερά τα πόδια της πάνω στη γη κι αυτό μπορούσε να το αισθανθεί. Δεν πετούσε στα σύννεφα. Κι αυτό το γνώριζε, αλλά, δεν τη δυσαρεστούσε. Τη γοήτευε γιατί δε θα μπορούσε να ήταν πιο αληθινό. Κι αγαπούσε την αλήθεια, ακόμη κι αν την πονούσε. Όχι όμως τη νύχτα εκείνη γιατί είχε κάνει μια όμορφη διαπίστωση. Η φύση ήτανε "μάγεμα κι όνειρο."
Λίγο πριν φτάσει έξω απ'το σπίτι σταμάτησε απότομα. Αναλογίστηκε κάτι για μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα πήρε ένα στυλό από την τσάντα της και άνοιξε το διπλωμένο χαρτάκι-πάντα με την ίδια φροντίδα και τρυφερότητα, λες κι ήταν κάποιο αντικείμενο ανεκτίμητης αξίας. Σημείωσε στα γρήγορα την ημερομηνία. Ήθελε να θυμάται. "Σε θέλω εδώ", διάβασε πιο δυνατά αυτή τη φορά με περισσότερη σιγουριά και αυτοπεποίθηση. "Ό,τι κι αν γίνει εσύ να'σαι εδώ", συμπλήρωσε και συνέχισε το δρόμο της πάντα με το ίδιο διακριτικό χαμόγελο:)
Κατηγορίες:
Αναζητήσεις,
Εκείνη,
Έρωτας
Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010
Ανεξήγητα.
![]() |
| Λάθος δρόμος; |
Έσβησε τα φώτα και ξάπλωσε στο κρεβάτι χωρίς καν να μπει στον κόπο να βγάλει τα ρούχα που φορούσε. Έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά της και δυνάμωσε την ένταση της μουσικής στο μέγιστο. Προσπαθούσε, απεγνωσμένα, ν'αποσυντονίσει τον εαυτό της, να ξεφύγει από τα πλαίσια του παρόντος και να μεταφερθεί σ'ενα φανταστικό χρόνο. Ένιωθε ότι από λεπτό σε λεπτό θα έσπαγε το μυαλό της και ότι θα ορθώνονταν μπροστά της ένα προς ένα τα συντρίμια του. Δυστυχώς, ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ελέγξει. Αφού πάλεψε για μερικά λεπτά ακόμη με τον εαυτό της, κατάφερε να κλείσει τα βλέφαρα των ματιών της. Μάταια όμως...
Η μορφή του συνέχιζε να διαγράφεται τέλεια στο μυαλό της. Της είχε πλέον εντυπωθεί τόσο καλά, που ήξερε πως θα της ήταν δύσκολο να ξεχάσει το πρόσωπο εκείνο. Η αλήθεια είναι, πως κάτι την φόβιζε. Ίσως γιατί δεν είχε ξαναδεί κάτι ανάλογο.
Εντούτοις, της φαινόταν πολύ ιδιαίτερο και ενδιαφέρον. Ίσως γιατί ήταν ένα πρόσωπο αρκετά "σκληρό", επιβλητικό. Της μετέδιδε μια αγριάδα. Παρ'όλα αυτά δεν μπορούσε να βρει κανένα αποκρουστικό στοιχείο στο πρόσωπο εκείνο. Κι όμως, θα έπρεπε, γιατί υπήρχε κάπου βαθειά μέσα της κρυμμένο το αίσθημα του φόβου, σαν να ήθελε να την αποτραβήξει από κάτι. Κι όσο άγριος και μη εξημερωμένος** κι αν της φαινόταν, η μορφή έμενε χαραγμένη στο μυαλό της και συνέχιζε να την κυριεύει. Κι όλα αυτά δεν έλεγαν να δέσουν με το φόβο. Αντίθετα, όσο έκανε αναδρομή στα λίγα λεπτά που της είχε χαρίσει, ένιωθε όλο και πιο πολύ μια αύρα γλυκιά να την αγκαλιάζει και τελικά να σβήνει την τραχιά του όψη και να της προσδίδει χάρη.
Κυριολεκτικά έδινε μάχη με τον εαυτό της! Από τη μια η γλυκύτητα και από την άλλη ο φόβος. Φόβος γιατί δεν ήξερε ποιος ήταν. Και αγωνία... Γιατί ήθελε να μάθει! Ήθελε να ρωτήσει και να ερωτηθεί, να πάρει και να δώσει απαντήσεις, ήθελε να γίνει διάλογος. Ήθελε να μάθει περισσότερα. Της είχε κινήσει το ενδιαφέρον ο δικός του κόσμος, οι δικές του ιδέες. Την ενθουσίαζε. Και την φόβιζε συνάμα. Ένιωθε ότι επιχειρούσε να μπει σε βαθιά μονοπάτια. Ίσως ήταν αρκετά ρηχή. Δεν πίστευε στ'αλήθεια ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν να καλύψει τόση απόσταση. Ήταν απίστευτα μεγάλη. Ακόμη, την άγχωνε η ιδέα ότι γινόταν φορτική, γιατί ελάχιστα μπορούσε να προσφέρει. Κι όμως, ένιωθε ότι ήθελε να προσφέρει, όχι χάρην της "ανταλλαγής", αλλά, ίσως γιατί θα την ευχαριστούσε αυτό. Ίσως την ευθύνη να την είχε εκείνη η καταραμένη η φωνούλα που ονόμαζε ένστικτο. Δεν κινείτο βάση σχεδίου και αυτό τη φόβιζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Δεν της άρεσε που η ικανότητα της να ελέγξει τις αυθόρμητες τις αντιδράσεις είχε αρχίσει να μειώνεται. Κι υπήρχαν κι άλλα τόσα... Ίσως το περιβάλλον, που απαιτούσε να μπαίνουν όρια, ίσως η θέση της που την υποβίβαζε. Δεν ένιωθε ελεύθερα, πίστευε όμως ότι θα μπορούσε να νιώσει.
Ξαπλωμένη ακόμη στο κρεβάτι, έτρεμε σύγκορμη. Δεν ήξερε πώς να το χειριστεί. Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι της έδινε μια ώθηση ανεξήγητη η μορφή εκείνη -και ήθελε να κρατηθεί κοντά της...
**Η Αλεπού κοίταξε το Μικρό Πρίγκιπα, για πολύ ώρα.
-Σε παρακαλώ εξημέρωσέ με! είπε.
-Το θέλω, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Έχω να ανακαλύψω φίλους και πολλά πράγματα να γνωρίσω.
-Γνωρίζουμε μονάχα τα πράγματα που εξημερώνουμε, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίζουν τίποτα. Τ’αγοράζουν όλα έτοιμα απ’τους εμπόρους. Επειδή όμως δεν υπάρχουν έμποροι που να πουλάν φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσέ με.
-Τι πρέπει να κάνω; Είπε ο μικρός πρίγκιπας.
-Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα καθίσεις κάπως μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού κι εσύ δε θα λες τίποτα. Ο λόγος είναι πηγή παρεξηγήσεων. Κάθε μέρα, όμως, θα μπορείς να κάθεσαι όλο και πιο κοντά… (Απόσπασμα από τον Μικρό Πρίγκιπα του Antoine De Saint-Exupery)
Κατηγορίες:
Απορία,
Εκείνη,
Ενθουσιασμός
Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010
I bet...
I bet you didn't know that she cried herself to sleep every night, thinking of you, replaying everything you ever said, everything you ever did and... wondering where she went wrong.
I bet you didn't know that seeing you was not the only way that made her think of you.
You didn't know that she didn't want to run away from you. You didn't know how hard she struggled with herself. Feelings coming straight from her heart whispering to her ears to stay... Common sense telling her to stop caring about you.
But how could she in the first place? People say that you shouldn't make someone your everything because when they are gone you have nothing. However, when you went your separate ways she did have some things. Memories accompanied her lonely nights, sweet melodies kept her heart warm and her love for you made her stronger, not weak, but stronger, because she knew she had a worthwhile reason to exist.
I still bet you didn't know how loneliness became an awful habit for her. You didn't know how many times she picked up the phone back then, and how fast she would type and erase your phone number..Type. Erase. Type. Erase. Type. Erase. And then the hole in her chest would grow bigger and bigger, because she was terribly missing you, like a small child misses his mother and no one else can take her exceptional place.
Though she was dying to hear your voice-she missed that overwhelming feeling she got everytime you spoke to her- she would just deprive herself of that little pleasure. Not because she was angry at you, but because she didn't know what was the right thing to do at that time. So, remaining silent seemed the most appropriate way to go through that confusion. I bet you didn't know that her happiest moments weren't complete if you were not by her side. You didn't know how she treasured the time spent with you. Did you know anything at all? Who was that girl? Why did she always look kind of sad, kind of thoughtful? I bet you didn't know, did you?
Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010
Φθινοπώριασε...
Ήταν μια όμορφη νύχτα. Απ'αυτές τις νύχτες που το γλυκό αεράκι σε αγκαλιάζει ζεστά και χαϊδεύει απαλά το πρόσωπο σου. Ο ουρανός, γεμάτος άστρα. Μια νύχτα όμορφη... Εκείνη ήταν έξω. Δε θα μπορούσε με τίποτα να στερήσει μια τέτοια νύχτα από τον εαυτό της. Περπατούσε με βήμα αργό και χάζευε γύρω της. Έβλεπε τον κόσμο που περνούσε- άλλοι βιαστικοί, άλλοι ν'απολαμβάνουν τη θεσπέσια νύχτα του φθινοπώρου εκείνου. Περπάτησε λίγο ακόμη και αποφάσισε να πάει στο καταφύγιο της.
Η θάλασσα... Ακόμη κι αυτή έλαμπε περισσότερο τη νύχτα εκείνη. Σαν να σε προσκαλούσε. Κι εκείνη τ'άκουγε βαθιά μέσα της το κάλεσμα εκείνο. Ήξερε ότι έπρεπε να το αποδεχτεί εκείνο το βράδυ.
Κάθισε λοιπόν στην αμμουδιά κι άφησε τα γυμνά της πόδια να τα δροσίσει το νεράκι. Έκλεισε τα μάτια της και για μερικά λεπτά αφέθηκε στις μαγικές μελωδίες που δημιουργούσαν τα κύματα καθώς πάφλαζαν στους βράχους.
Δε βιαζόταν καθόλου τη νύχτα εκείνη. Κάθε λεπτό ήτανε θησαυρός. Το απολάμβανε. Γνώριζε όμως. Το άκουγε το κάλεσμα. Ήξερε ότι δεν μπορούσε ν'αποφύγει τις σκέψεις της που άρχισαν να ξυπνούν και να την αναζητούν. Ήξερε ότι έπρεπε να δει τη σκιά πίσω της και να σιγουρευτεί ότι ήταν μόνο μία.
Κι όμως, δε βιαζόταν. Η θάλασσα της κρατούσε συντροφιά κι έτσι δεν ένιωθε μόνη, αν και ήταν.
Την ώρα που άνοιξε τα βλέφαρα της το κατάλαβε.
Ευχήθηκε το θολό εκείνο πρόσωπο ν'αποκτούσε μια μορφή επιτέλους και να καθόταν εκεί, δίπλα της. Ν'αγνάντευαν παρέα την απέραντη θάλασσα.
Την πονούσε που ήταν έτσι εκείνη η νύχτα, μα περισσότερο φοβόταν για τις άλλες που θ'ακολουθούσαν.
Καθώς οι αναμνήσεις περνούσαν σαν φιλμάκι μπροστά στα μάτια της χαμογελούσε. Κι άλλοτε δάκρυα έβρεχαν το πρόσωπο της. Δάκρυα καυτά που την πονούσαν κι άλλοτε γλυκόπικρα δάκρυα που της επέτρεπαν να πάρει μια ανάσα. Τα μάτια της, γεμάτα νοσταλγία. Κι ένα παράπονο λες κι ήθελε να βγει από τα σφιγμένα της χείλη. Παράπονο γιατί άργησε να 'ρθει η σκιά και που μια τέτοια νύχτα ήτανε μόνη της. Μα δε σηκώθηκε να φύγει. Έμεινε εκεί-θα έμενε μέχρι την ανατολή του ήλιου- γιατί ήξερε ότι μόνο με το φως της μέρας θα μπορούσε πιο καθαρά να δει την αλήθεια και να την αποδεχτεί. Μια αλήθεια που την πονούσε και της έτρωγε τα σωθικά της.
Όσο κι αν το αρνιόταν, ήθελε να ξεθολώσει εκείνο το πρόσωπο, ήθελε να φανεί εκείνη η σκιά και να σμίξει με τη δικιά της. Δε ζητούσε τίποτα παραπάνω, μήτε πιο λίγο. Επιθυμούσε να πορευθεί μαζί με τη σκιά και όχι ν'αγωνίζεται να τη φτάσει. Μα ούτε και να μένει πίσω η άλλη σκιά ήθελε.
Δεν της το επέτρεπε η περηφάνεια της. Αδικίες δεν ήθελε. Γύρευε το ιδανικό κι ας ήξερε ότι το τίμημα της κόστιζε ακριβά. Και κάθε φθινόπωρο μόνη της θα κατέβαινε στην παραλία αν η σκιά δεν ερχόταν. Κι ας την έτρωγε το μαράζι κι ας πονούσε, την ευτυχία θα τη γνώριζε μόνο όταν θα την έβλεπε κατάματα την σκιά. Μόνο τότε. Όταν πλάϊ στα κύματα θα περπατούσαν σαν ίση προς ίση, χωρίς στολίδια, χωρίς ψέματα, χωρίς ενδοιασμούς. Μόνο με δυο ζευγάρια μάτια που θα τα φώτιζε το φως της σελήνης. Δυο ζευγάρια μάτια που θα κοίταζαν βαθιά μέσα στην ψυχή και θα διάβαζαν ολοκάθαρα την αλήθεια-και θα την ομολογούσαν...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








