Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

Ανεμοδαρμένα Ύψη

"Εάν όλα χάνονταν κι έμενε εκείνος, θα συνέχιζα να υπάρχω. Κι αν όλα έμεναν κι εκείνος χανόταν, το Σύμπαν θα μετατρεπόταν σε μια δύναμη ξένη. Δε θα αποτελούσα μέρος του. Η αγάπη μου για τον Λίντον είναι όπως το φύλλωμα του δάσους: οι εποχές θα την αλλάξουν, το γνωρίζω, όπως ο χειμώνας αλλάζει τα δέντρα. Η αγάπη μου για τον Χίθκλιφ μοιάζει με τους αιώνιους κρυμμένους βράχους -μια πηγή ελάχιστης ορατής απόλαυσης, μα απαραίτητη. Νέλλυ, είμαι ο Χίθκλιφ - είναι πάντοτε, πάντοτε στο μυαλό μου - όχι σαν ευχαρίστηση, περισσότερο από ότι είμαι εγώ στον εαυτό μου, αλλά ως το ίδιο μου το είναι -γι'αυτό μη μιλήσεις για το χωρισμό μας ξανά -είναι αδύνατος."

~Κάθριν Έρνσο, Ανεμοδαρμένα Ύψη

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Ο ποιητής

«Ο ποιητής – Δημιουργός, δεν είχε ποτέ καμιά σχέση με την «τυφλή μακαριότητα» εκείνων που πίστεψαν χωρίς να τυραννιστούν αναζητώντας την αλήθεια τους. Αναζητώντας την όποια μορφή του απόλυτου, την περιμένει και την τοποθετεί και στον έρωτα. Αλλά κανένα από τα αισθήματά του δεν είναι αιώνιο. Όλα, και τα πιο έντονα και συνταραχτικά έχουν ένα αποκορύφωμα και μια κάμψη. Κι αν δεν τσιγκουνεύεται καθόλου την ομορφιά που’χει μέσα του – για να στολίσει ό,τι αγαπά – δεν λογαριάζει περισσότερο και την οδύνη της καταστροφής. Η ερωτική ζωή του ποιητή είναι η πιο αδιάψευστη αντιγραφή αυτής της μεγάλης ποιήτριας – της Φύσης. Μέσα του τα πράγματα καταλύονται με την ίδια και αμετάκλητη μαθηματική ακρίβεια, που καταστρέφει και η Φύση την ομορφιά και τον πλούτο της στον κύκλο των τεσσάρων της εποχών. Αυτή η ίδια, που οργανώνει θαρρείς, με τόσο κέφι, τόση απλοχεριά και αρμονία τον θρίαμβο της άνοιξης, αυτή η ίδια που λαχταρά και φρικιά μεσ’ στην ολόχρυση, την εκτυφλωτική και χυμώδη ωριμότητα του καλοκαιριού, αυτή και τα μαδά όλα, απλώνοντας τη νεκρή επιφάνεια την ανένδοτη κι αφιλόξενη του χειμώνα, πάνω στη γη. Κι είναι αδύνατον να πιστέψεις σε τέτοιες θανάσιμα νεκρές και παγερές μέρες, πως η γη πλαγιασμένη αγκαλιά με τον θάνατό της φουσκώνει σιωπηλά την ίδια ώρα, θρέφοντας από την ομορφιά που ’θαψε, το καινούριο κάρπισμα στα θερμά σπλάχνα της. Θα ξανακάμει, πάλι, καρπούς κι ανθούς, στάχυα και χρώματα, όλα γνώριμα κι αγαπημένα, γνώριμα, μα ολοκαίνουρια. Ο Ποιητής είναι το ίδιο σπάταλος, άπληστος και καταλυτικός στον έρωτα. Όποια ομορφιά κλείνει μέσα του, όποιο ιδανικό χαραχτηριστικό ή γνώρισμα, το αποδίνει στο πρόσωπο που ερέθισε την αισθαντικότητά του. Κανείς δεν ζει με μεγαλύτερη πίστη και μέθη τον έρωτα του όσο αυτός. Και ξάφνου, χωρίς ούτε ο ίδιος να ξέρει γιατί και πώς, αρχίζει η κατάλυση. Ο μαγικός ιστός, που’χε πλέξει κι είχε στολίσει το ίνδαλμα, αρχίζει να ξυλώνεται αφήνοντας γυμνό κι απροστάτευτο το αγαπημένο πλάσμα. Ο ποιητής μαζεύει με πάθος τον εαυτό του και τον αποτραβά μέσα του. Ποιος πόνος μπορεί να συγκριθεί με τούτη του την απόγνωση, δεν θα μπορούσαμε να το πούμε. Μα ούτε και να φανταστούμε πώς από τη νέκρα και την έσχατη απογοήτεψη θα ξεπηδήσει μια λαχτάρα νιογέννητου για μια καινούρια πίστη κι έναν καινούριο έρωτα. Είναι όμως σίγουρο, πως όση χαρά κι αν του ’δοσε το γέννημα της ψευδαίσθησής του κι όση οδύνη η απώλειά της, ούτε μεγάλωσε, ούτε ελάττωσε την ευαισθησία του. Απλώς, την μαστίγωσε». 
~Λίλη Ζωγράφου

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Επιστροφή...

Σας μιλώ εδώ και καιρό για εκείνη. Σας έχω αφήσει να ρίξετε μια κλεφτή στον κόσμο που έπλασε -ένα κόσμο δικό της, ένα κόσμο αλλόκοτο και τρελό. Είναι και κάτι που δε σας είχα πει ποτέ όμως. Και να που έφτασε η ώρα να το μάθετε: το μεγαλύτερο της φόβο.
Είμαι απέναντι της ξανά και την βλέπω. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνει αλλά κάθε φορά μου δημιουργεί όλο και περισσότερες απορίες. Με προβληματίζει. Προσπαθώ να της κλέψω μία λέξη -θέλω να μάθω τι είναι αυτό. Αυτή τη φορά δεν είναι δύσκολο.
Τώρα τελευταία είναι λες και έχει ρίξει κάθε τείχος που είχε για να την προστατεύει από τον πόνο. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα για να χτίσει τείχη. "Τα τείχη είναι για να τα γκρεμίζουμε" έτσι τη θυμάμαι μια ζωή να επιμένει. Ξεροκέφαλη όπως πάντα.
Μπορώ λοιπόν και την βλέπω πεντακάθαρα απόψε, όπως θα αντίκρυζε κανείς τη γυμνή αλήθεια (αν μπορεί κανείς να την αντικρίσει), όπως θ'αντίκριζε κανείς το είδωλό του στον καθρέφτη σε κάτι πολύ προσωπικές και σπάνιες στιγμές. Έτσι την βλέπω. Για άλλη μια φορά με κάτι μάτια πρησμένα κι ολοκόκκινα. Και παρόλο που τα λόγια είναι περιττά εγώ θέλω να μάθω. Όσο απάνθρωπο κι αν είναι να τη βασανίσω κι άλλο εγώ θέλω να μάθω. Θέλω να ακούσω κάθε λέξη να βγαίνει από το στόμα της. Δυνατά. Καθαρά.
Παίρνει μια βαθειά ανάσα κι αρχίζει να μιλά. "Θέλεις να ξέρεις τι φοβάμαι; Φοβάμαι τα πάντα. Μια πολύ πιθανή απάντηση. Φοβάμαι να είμαι ο εαυτός μου γιατί παραδόξως κάθε φορά που προσπαθώ να αφεθώ ελεύθερη καταλήγω να το μετανιώνω. Καταλήγω να νιώθω ένοχη για ό,τι περιέρχεται στη σκέψη μου, για κάθετί που με συγκινεί, που με ταρακουνά, που με κάνει να χάνω τη γη κάτω απ'τα πόδια μου. Και το πιο αστείο απ'όλα είναι ότι δεν ξέρω γιατί. Να λοιπόν γιατί φοβάμαι εκείνα τα ατέλειωτα, τα απέραντα, τα αιωνίως αναπάντητα γιατί! Φοβάμαι τις δυνάμεις μου. Ναι, τις δυνάμεις μου. Πάντα λέω ότι δεν μπόρω να το κάνω και πάντα με κάποιον μαγικό τρόπο το έχω ήδη καταφέρει. Φοβάμαι να πάρω τη ζωή απ'τα μαλλιά και να της δείξω ότι δε θα γίνει το δικό της, να την ταρακουνήσω όπως με ταρακουνά εκείνη, να την αιφνιδιάσω όπως με αιφνιδιάζει εκείνη και πιο πολύ να την εκπλήξω όπως με εκπλήσσει εκείνη. Φοβάμαι να περπατώ μόνη όταν βραδιάζει. Φοβάμαι και νομίζω ότι θα βγει η ψυχή μου κάθε φορά που πρέπει να το κάνω. Θα θελα να 'χα μία συντροφιά, έστω και λίγη κουβεντούλα θα τα έκανε όλα καλύτερα. Φοβάμαι που μεγαλώνω. Είναι δύσκολο να μεγαλώνεις. Και καμιά φορά είναι πολύ πολύ περίεργο και τρομαχτικό. Κι είναι πιο τρομαχτικό που δεν μπορείς να πεις σε κανένα ότι βρίσκεις κάτι τέτοιο τρομαχτικό. Κάθε καινούρια ανακάλυψη είναι χαρά και πόνος μαζί. Καθένα βήμα παραπέρα είναι επικίνδυνο γιατί η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ξέρω τι πρόκειται να βρεθεί στο δρόμο μου -κι η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ξέρει. Μα πιο πολύ από όλα ξέρεις τι φοβάμαι; Φοβάμαι όταν φεύγουν. Όταν φεύγουν χωρίς καν να το καταλάβεις. Αθόρυβα. Απροειδοποίητα. Σιωπηλά. Κι είναι στ'αλήθεια πολύ τρομαχτικό γιατί έτσι δεν ξέρεις ποτέ αν θα έρθουνε πίσω. Κι έτσι μένεις εκεί και τους περιμένεις. Ακόμα κι αν πιστέψεις ότι σταμάτησες, η ζωή κάπως, κάποτε, βρίσκει ένα τρόπο και σου τους θυμίζει. Και αυτός ο τρόπος... Λοιπόν αυτός ο τρόπος της ζωής να σου θυμίζει αυτούς που σου λείπουν λέγεται αγάπη. Κι είν' ό,τι μένει τελικά".

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Αμ δε...


"[...] Όσο για μας... Θα τα πούμε ξανά –άμα το θες -  σε μια άλλη, όμορφη, καινούρια, μικρούτσικη, μα ίσως και, σημαντική ζωή..."

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Αιώνιος δεσμός

Το μόνο που ξέρω, είναι αυτό που βαθιά μέσα μου ριζώνει...
Μια ανεξάντλητη πηγή ελπίδας. Η γλυκιά προσμονή. Οι θύμησες.
Ποιος είσαι; Ποιος ήσουν, και πού πας; Πώς έφτασες ως εδώ; Ή καλύτερα τι σε οδήγησε μέχρις εδώ; Πρέπει να θυμάσαι. Οι θύμησες.
Τι ονειρεύεσαι; Ποιος είναι ο σκοπός σου και τι απ' όλα πιότερο επιθυμείς; Πρέπει να θυμάσαι. Οι θύμησες.
Ναι, οι θύμησες είναι και τίποτε άλλο. Αυτές σε συντελούν, αυτές σε αποτελούν. Αυτές οι ίδιες είναι το βάρος που ριζώνει μες τα στήθια σου. Αυτές οι ίδιες σου απαντούν κάθε φορά που ρωτάς. "Ποιος είμαι; Ποιος ήμουν", διορθώνεις βιαστικά. Πρέπει να θυμηθείς ποιος ήσουν για να μπορέσεις να καταλάβεις ποιος είσαι. Για να καταλάβεις πως τίποτε δεν έγινε στην τύχη. Σε συν-τελόυν λοιπόν οι θύμησες, το "τέλος" σου υποδεικνύουν, το σκοπό...
Οι θύμησες και τίποτε άλλο. Η μνήμη. Ό,τι σε κρατά ζωντανό. Και μη νομίζετε πως είναι εύκολο να θυμάσαι. Ιδιαίτερα όταν όλα γύρω σου "συνωμοτούν" για το ακριβώς αντίθετο. Ιδιαίτερα όταν γύρω σου ξετυλίγεται ένας ολοκαίνουριος κόσμος. Άλλες φωνές, άλλες κουβέντες, άλλες αντιδράσεις, άλλες εντυπώσεις, άλλες σκέψεις. Κι είναι ωραία όλα αυτά να τα ζεις και να τα δοκιμάζεις, να βουτάς μέσα με τα μούτρα και να τα ανακαλύπτεις, να νιώθεις ένας μικρός εξερευνητής στο ταξίδι της απέραντης και ατελεύτητης γνώσης. Μα στο τέλος της ημέρας, τίποτε άλλο δεν είναι παρά αυτό... Οι θύμησες. Πρέπει να θυμάσαι.
Κανείς δε σε υποχρεώνει, μα έτσι το διάλεξες, έτσι το αποφάσισες, πως πρέπει να θυμάσαι.
Κι είναι ωραίο να θυμάσαι γιατί είναι το μόνο πράγμα που σε συνδέει με το εκάστοτε παρελθόν. Και κάθε καινούριο μέλλον, θέλει και ένα παλιό παρελθόν. Και κάθε παλιό παρελθόν είναι ένα κομμάτι της ζωής σου αλησμόνητο. Γιατί κάθε κομμάτι της ζωής σου είσαι εσύ. Υπάρχει κι η δική σου η ουσία μέσα. Και ως τέτοιο αποκτά μια σημασία. Γιατί σου λέει κάτι, σου θυμίζει κάτι. Κάτι που ίσως και να απαντά ερωτήματα στο τώρα. Ποιος είσαι λοιπόν, ποιος ήσουν...

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

"Η πόλις θα σε ακολουθεί..."

"Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ'ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις".

Μόνο που σ'αυτή την περίπτωση η δική μου η πόλις βρίσκεται μίλια μακριά πια -μα συνεχώς στην σκέψη μου περιέρχεται... Σ'αυτή την περίπτωση, θα έπαιρνα με κάθε ευχαρίστηση τους ίδιους δρόμους για την πόλη μου. Έστω και για λίγα λεπτά της ώρας, απλώς για να ξαποστάσω σ'ένα γνώριμο στενό δρομάκι, ή ακόμα να περπατήσω σε μια λεωφόρο ή ακόμα απλώς να σταθώ στη μέση του δικού μου πουθενά και να χαζέψω για λίγο. Κι ας γερνούσα μες το σπιτάκι μου, κι ας άσπριζαν τα μαλλιά μου.
Έτσι κι αλλιώς, πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνω. Γιατί η ζωή μου είναι εκεί. Οι αναμνήσεις μου βρίσκονται όλες θαμμένες εκεί. Κι είναι σκεπασμένες με άγιο χώμα και μέσα από αυτές αναβρύζουν αισθήματα ευγνωμοσύνης και χαράς. Καμία μεταμέλεια. Πόσο θυμάμαι έντονα κάθε στιγμή -ίσως τις τελευταίες περισσότερο. Το χέρι μου που το κράτησες σφιχτά, εσύ που με νοιάζεσαι, το μέτωπο μου που το φίλησες απαλά, εσύ που μ'αγαπάς, το ζεστό χαμόγελο που μου χάρισες, εσύ που είσαι φίλος μου, τα συμβουλευτικά λόγια των γονιών και την ανησυχία στα πρόσωπά τους καθώς έκλειναν οι πύλες. Κι άλλες τόσο ωραίες αναμνήσεις -στιγμές απέραντης ευτυχίας και απρόσμενης χαράς, στιγμές ακόμη και της λύπης -μιας λύπης που ήταν οικεία όμως. Ετούτη εδώ η λύπη είναι αρρώστια, είναι μαρασμός, το σαράκι που μου τρώει τα σωθικά. Πρόκαμα όμως και το είπα: "θα πάγω σ'αλλη γη, θα πάγω σ'αλλη θάλασσα". Και τώρα πρέπει να σταθώ στα πόδια μου και να το υποστηρίξω, να γίνω ένα με το λόγο μου, να γίνω δέσμια του. Πρέπει να αποδείξω στον εαυτό μου πως ίσως και αυτή η πόλις -η τόσο αλλόκοτα ξενική-  κάτι θα έχει να μου μάθει, κάτι να μου δώσει ή πιο σωστά αυτό το κάτι πρέπει να βγω εκεί έξω και να το ανακαλύψω...

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

Σιωπή

Πόσο είναι σπαραχτική ετούτη η σιωπή,
μονάχα δάκρυα μου φέρνει ως τα μάτια!
Γιατί τόσο δισταχτική ειν'η δική σου η φωνή;
ποια τάχα της ψυχής να κρύβεις από εμέ κομμάτια;

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Νανούρισμα

Το μυαλό και το σώμα σου  τρέχουν, κάνουν υπερωρίες, υπερεργάζονται εντατικά. Τα νεύρα του εγκεφάλου σου διεγείρονται, έχεις σχεδόν αρχίσει να τα αισθάνεσαι καθώς δουλεύουν μέσα σου με μανία, σχεδόν βίαια. Τα χτυπήματα είναι αλλεπάλληλα, το ένα διαδέχεται το άλλο. Αγωνίζεσαι να το αποτρέψεις με νύχια και με δόντια. Όχι, όχι πάλι. Όχι ξανά!
Οι εικόνες επιστρέφουν μόνες τους κι είναι ολοκάθαρες. Κατ'ακρίβειαν, δεν υπήρξαν ποτέ τόσο καθαρές όσο τώρα.
Βλέπω...
Βλέπω ένα μωρό μέσα στη βρεφική του κούνια. Βρίσκεται δίπλα από το κρεβάτι των γονιών, από τη μεριά της μητέρας. Το βλέπω ανήσυχο, δεν έχει ύπνο, μου φαίνεται σχεδόν φοβισμένο.
"Χλωμή αδερφούλα η μέρα φτάνει και στα ματάκια σου ύπνος δε φάνη".
Προσπαθείς μάταια να σβήσεις την εικόνα, φτάνει, γιατί τα θυμήθηκες όλα αυτά; Το νανούρισμα όμως συνεχίζει να ηχεί στ'αυτιά σου, γλυκό και μελωδικό, σχεδόν κοντεύει να αγγίξει την ψυχή σου όπως αγγίζει την ψυχούλα του μωρού στην κούνια που τώρα σου φαίνεται πιο ήρεμο. Το φως ξαφνικά λιγοστεύει, η όραση σου σε δυσκολεύει και η εικόνα γίνεται όλο και πιο ψυχρή όλο και πιο απόμακρη.
Επιστροφή στην πραγματικότητα...
Σε βλέπω. Βλέπω ένα χέρι γνώριμο. Και πάνω στο χέρι αυτό, βλέπω ένα άλλο χέρι. Αυτό το δεύτερο χέρι χαϊδεύει απαλά το πρώτο λες και το καθησυχάζει και κάπου εκεί σιμά ακούω μια φωνή.
Μια φωνούλα γλυκιά, συμπονετικιά, μια φωνή που σου τραγουδά "χλωμή αδελφούλα, πια τι με νοιάζει, αχ η ματιά σου πώς σκοτεινιάζει! Τα παγωμένα χέρια σου, Θέ μου, δε σ'είδα τόσο χλωμή ποτέ μου..."
Τώρα πια μπορώ και να νιώσω... Νιώθω τη γαλήνη που έρχεται από μακριά, πολύ μακριά, από την άλλη άκρη της Γης, εκεί που κρύβονται οι Αγγέλοι, εκεί που βρίσκεται ο Παράδεισος που αναζητάς.
Αυτός ο Παράδεισος που μπορείς ν'αγαπάς, ν'αγαπάς χωρίς μια στάλα φόβο... Αυτός ο Παράδεισος που είναι γεμάτος ελπίδα και αποτελείται από κάτι τεράστια και κάτασπρα σύννεφα, τα σύννεφα της γαλήνης που σε τυλίγουν μέσα τους όπως τα ζεστά σεντόνια του κρεβατιού σου. Αυτά τα σεντόνια που πνίγουν τη βροχή και την εξαφανίζουν. Αυτά τα σεντόνια που δεν αφήνουν τίποτα να τα διαπεράσει. Σ'αυτά τα σεντόνια ο πόνος σταματά. Στο δικό σου Παράδεισο τίποτα δεν έχει γίνει. Αύριο θα ξυπνήσεις κι όλα θα βρίσκονται στη θέση που έπρεπε να βρίσκονται.
"Η ζωή είναι ένα τεράστιο θέατρο. Έχει πολλούς-πολλούς ηθοποιούς του καθενός μας η ζωή. Θα κληθείς να δώσεις πολλές παραστάσεις. Μη διστάσεις. Μη φοβηθείς. Κι αν καμιά φορά χάσεις τα λόγια σου, μην απογοητευτείς. Κι αν απογοητεύσεις το κοινό σου, να ξανασηκωθείς. Όσο για τους ηθοποιούς της ζωής σου, ένα να ξέρεις: θα υπάρξουν πολλοί και διάφοροι. Εσύ θα μπορέσεις κάποια στιγμή να τους αξιολογήσεις. Θα μπορέσεις κάποια στιγμή, αφού θα έχουν δοθεί αρκετές παραστάσεις, να διακρίνεις και ξεχωρίσεις. Ποιοι ήταν τ'αστέρια σου, ποιοι ήταν απλοί συνεργάτες και ποιοι είχαν παίξει το ρόλο του κομπάρσου. Κι αν ο ρόλος σου δεν είναι πειστικός, μη σταματάς. Μη σκεφτείς ούτε στιγμή να εγκαταλείψεις τη σκηνή ακόμα κι αν θέλεις να χωθείς βαθιά μέσα στα σεντόνια σου και να κλάψεις. Ακόμα κι αν θέλεις ν'αφήσεις το πρόσωπό σου εκτεθειμένο, χωρίς το προσωπείο που σου βαραίνει την καρδιά, κάθε φορά και όλο και περισσότερο. Κι αν κανείς δε σε πιστεύει κι αν κανείς δε νοιάζεται αρκετά ώστε να σε προσέξει καθώς εκτελείς το ρόλο σου μην τα βάλεις κάτω. Θα δεις που μια μέρα θα λάμψεις. Και θα δεις ότι τότε ίσως το χειροκρότημά τους θα αξίζει όσο στοιχίζει ένα κομμάτι από χαρτί... Ψίχουλα... Ο καθένας βρίσκει κοινό αντάξιο της παράστασης που δίνει. Γι'αυτό κοιμήσου, κοιμήσου κι αύριο είναι μια ολοκαίνουρια ημέρα. Αύριο θα φτιάξουν όλα..."
Άλλη μία λήψη έλαβε το τέλος της. Θολούρα και πάλι... Καθώς ετοιμάζομαι να φύγω ακούω το τελευταίο της τετράστιχο: "μονάχα ο ύπνος δε λέει "θυμήσου", χλωμή αδελφούλα, φέγγει, κοιμήσου..."

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Εκείνη: ένα Φθινόπωρο μετά

Την είδα ψες το βράδυ... Βρισκόταν ακριβώς στο ίδιο μέρος που την είχα αφήσει το περασμένο Φθινόπωρο. Εκείνη δεν με είχε δει. Έτσι το ήθελα, να μη με δει, σαν κάτι να μου έλεγε πως δε με είχε ανάγκη πια. Εντούτοις, ένιωθα πως έπρεπε να βρίσκομαι κάπου εκεί κοντά, έστω και αν δε θα με συναντούσε, ακόμα και αν έκανε τη σκέψη πως θα μπορούσε ποτέ να σβηστούν από το μυαλό μου οι εικόνες που μου εντυπώθηκαν ένα χρόνο πριν.
Ένα χρόνο μετά, λοιπόν, βρισκόμουν εκεί και την παρακολουθούσα.
Το σκηνικό ήταν απαράλλαχτο, λες και ο χρόνος είχε παγώσει για πάντα σ'εκείνη τη νύχτα, σ'εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ που την έβλεπα να κάθεται στην παραλία -σκεφτική, ταλαιπωρημένη, χλωμή, αδύναμη, με δύο μάτια που ζητούσαν απαντήσεις ουρλιάζοντας, δυο μάτια που φοβόμουν να τα βλέπω, γιατί έκρυβαν μια φλόγα που μ'έκαιγε και με τσουρούφλιζε. Θυμήθηκα ξανά πόση ντροπή ένιωθα που δεν μπορούσα να τους αποκριθώ.
Κι όμως, σαν κάτι να με κράταγε δέσμια, μου θύμισε το ραντεβού που δώσαμε -το ραντεβού που είχαμε συμφωνήσει για το ερχόμενο Φθινόπωρο. Όλο τον χρόνο που πέρασα μακριά της δεν έπαψα στιγμή να την σκέφτομαι. Με είχε τρομάξει η τελευταία μας συνάντηση. Τι πεισματάρικο κορίτσι ήταν! Ακόμα θυμάμαι τον αποφασιστικό τόνο στη φωνή της όταν μου δήλωνε πως θα την έβρισκα κάθε Φθινόπωρο κάπου εδώ, τριγύρω, ανάμεσα στα βότσαλα και στο νερό, ανάμεσα στην απεραντοσύνη της γαλάζιας θάλασσας και στο τίποτα που τη στοιχείωνε. 
Θυμάμαι που πάσχιζα να την μεταπείσω, θυμάμαι πόσο απεγνωσμένα προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι στον ανθρώπινο κόσμο δεν υπάρχουν ούτε σκιές, ούτε φεγγαρόλουστα μονοπάτια, ούτε ζεστές φθινοπωρινές νύχτες! Μα τυγχαίνει να θυμάμαι και το βλέμμα της, ήρεμο και γαλήνιο, μετά από όσα είχαν ειπωθεί, μετά από τα καυτά δάκρυα που ξεχύθηκαν από τα βάθη της ψυχής της καθώς μου εκμυστηρευόταν τα πιο σκοτεινά της μυστικά. Δεν την είχα δει ποτέ ξανά έτσι. Γι'αυτό ανησυχούσα. Ανησυχούσα ότι ίσως είχε βγει εκτός τροχιάς, ότι είχε εγκαταλείψει την πραγματικότητα και ότι είχε αρχίσει να ζει στον φανταστικό κόσμο της τρέλας και των ονείρων όπου τα πάντα είναι πιθανά. Μιλούσε με τόση πραότητα λες κι οι εικόνες που μου περιέγραφε ήταν κάποιο βίωμα, κάποια ανάμνηση -τόσο αληθινές έμοιαζαν. Με μια τέτοια εικόνα ήλθα αντιμέτωπη λοιπόν.
Εκείνη... Ένα Φθινόπωρο μετά. Στο ίδιο μέρος όπως τα είχαμε συμφωνήσει πριν αποχαιρετιστούμε. Μου έδωσε μεγάλη χαρά και με συγκίνησε που ήταν πιστή στο ραντεβού της. Από την πρώτη κιόλας ματιά που της έριξα μπόρεσα να διακρίνω πόσο είχε αλλάξει.
Η αλλαγή της δεν είχε καμία σχέση με την εμφάνισή της. Αυτό που είχε αλλάξει ήταν ο τρόπος που κινείτο, η αίσθηση που άφηνε στον αιθέρα κάθε φορά που έκανε ένα βήμα για να περπατήσει, κάτι στην ατμόσφαιρα -η ενέργεια που εξέπεμπε, πώς να το πω; Αποφάσισα να μετακινηθώ λίγο για να μπορέσω πιο προσεχτικά να την παρατηρήσω. Πόσο λαμπερό μου φάνηκε το άλλοτε υποτονικό της πρόσωπο! Και πόσο πιο χαλαρές ήταν οι εκφράσεις του. Αν δε τη γνώριζα τόσο καλά θα 'βαζα όρκο πως επρόκειτο για  κάποιο λάθος. Μα το Θεό, θα ορκιζόμουν πως είχε στείλει κάποιαν άλλη στη θέση της για να με δει! Είχαν ήδη περάσει δεκαπέντε λεπτά από την ώρα που είχαμε ορίσει για να συναντηθούμε αλλά δεν υπήρχε κανένα σημάδι ανησυχίας στο πρόσωπό της. Μήπως μ'είχε ξεχάσει ολότελα; Για μια στιγμή σκέφτηκα να κάνω εμφανή την παρουσία μου, αλλά προσπάθησα να συγκρατήσω τον ανυπόμονό μου εαυτό γι'ακόμη λίγο.
Περίμενα λοιπόν μέχρι που αντίκρισα την ίδια εκείνη εικόνα που μου περιέγραφε το περασμένο Φθινόπωρο. Και τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Το πρόσωπο... Δεν ήταν θολό πια. Το είδα με τα μάτια μου. Τον είδα να φτάνει από μακριά και να σιμώνει ολοένα και περισσότερο. Τι παράξενη ομορφιά που είχε... Λες κι είχε ξεπηδήσει από κάποιο παραμύθι, όπως ο Πρίγκιπας πάνω στο άσπρο άλογο. Κι ερχόταν κοντά της. Καθώς πλησίαζε διαπίστωνα ότι είχε ακριβώς την ίδια έκφραση με τη δικιά της. Ένα πλατύ χαμόγελο ήταν απλωμένο στα λεπτά του χείλη, λες κι είχε σχεδιαστεί απ'τον καλύτερο ζωγράφο. Και τότε σιγουρεύτηκα.
Καθώς έβλεπα την εικόνα να ολοκληρώνεται μπροστά στα μάτια μου, τα λόγια της "έπαιζαν" στο μυαλό μου -ξανά και ξανά- και τ'άκουγα δυνατά και καθαρά, όπως μου τα είχε προφέρει κάποτε η ίδια: "Επιθυμώ να πορευθώ μαζί με τη σκιά και όχι ν'αγωνίζομαι να τη φτάσω. Μα ούτε και να μένει πίσω θα ήθελα". Και όσο συνέχιζα να παρατηρώ, όλο και πιο πολύ επαληθεύονταν τα λόγια της -όλα ταίριαζαν κι ήταν ακριβώς όπως μου τα είχε περιγράψει άλλοτε -άραγε εκείνη γνώριζε; Καθόμουν και τους χάζευα για ώρες. Και μες τα μάτια μου δεν υπήρχε άλλο τίποτε εκτός από το είδωλο δύο σκιών. Έβλεπα δυο σκιές που πορεύονταν παράλληλα, δυο σκιές που κατευθύνονταν προς το φεγγαρόλουστο μονοπάτι πιασμένες χέρι-χέρι. Δυο σκιές που περπατούσαν πλάϊ στα κύματα σαν ίση προς ίση -χωρίς στολίδια, χωρίς ψέματα, χωρίς ενδοιασμούς. Μονάχα με δυο ζευγάρια μάτια που τα φώτιζε το φως της σελήνης. Δυο ζευγάρια μάτια που κοίταζαν βαθιά μέσα στην ψυχή και διάβαζαν ολοκάθαρα την αλήθεια -και την ομολογούσαν. Εκείνη την ίδια αλήθεια που την πονούσε, εκείνη την ίδια αλήθεια που έπρεπε να μπει σε προτάσεις και να γίνει καπνός και να εξαφανιστεί, γιατί μόνο έτσι θα έπαιρνε μια χαρούμενη τροπή το παραμύθι της ζωής της.
Την είδα ψες το βράδυ και σας το ομολογώ: τη ζήλεψα. Κι αν μου λείπει, ελπίζω ότι δε με ξέχασε. Κι αν μου λείπει, εύχομαι να της είμαι αχρείαστη. Μονάχα να την χαζεύω από μακριά και να γράφω για τις περιπέτειές της, μονάχα αυτό θέλω.
Την είδα ψες το βράδυ, εκείνη, ένα Φθινόπωρο μετά...
Υ.Γ. Love was their resistance.